ΑΠΟΨΕΙΣ

Τελειώσανε τα ψέματα

​Πρέπει να αντιληφθούμε ότι έχουμε φτάσει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότερης ιστορίας μας. Οι αποφάσεις που θα παρθούν στις επόμενες μέρες από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά το μέλλον και τη μοίρα της χώρας μας. Διακυβεύεται η μορφή του πολιτικού μας συστήματος, η σταθερότητα των δημοκρατικών μας θεσμών, η θέση μας στον γεωπολιτικό χάρτη, και -κυριολεκτικά- η ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας. Το αν θα παραμείνουμε ένα αναπόσπαστο τμήμα της Ενωμένης Ευρώπης (και της Δύσης γενικότερα) ή αν θα διολισθήσουμε σε μια περιοχή συγκρούσεων και αστάθειας (τύπου κρατών της Βόρειας Αφρικής και Ανατολικής Μεσογείου), θα σημαδέψει τις εξελίξεις στον τόπο μας για πολλές δεκαετίες.

Στα 194 χρόνια της σύγχρονης ιστορίας μας διχαστήκαμε επανειλημμένα: Τα πρώτα ελληνικά κόμματα ονομάστηκαν επισήμως «αγγλικό», «γαλλικό» και «ρωσικό», ανάλογα με το ποσοστό προστασίας που -κατά την αντίληψη των οπαδών τους- θα παραχωρούσαν τα αντίστοιχα κράτη σε μια μικρή, φτωχή, χρεωμένη και απόλυτα εξαρτημένη Ελλάδα. Η αμφιθυμία σχετικά με τον θεσμό της μοναρχίας (κυρίως στην περίοδο 1922-1974) δίχασε βαθιά πολιτικούς και λαό και αποτέλεσε τον μαγνήτη ξένων επεμβάσεων στα εσωτερικά της χώρας μας. Και η κατοχή (1941-44) μιας ταλαιπωρημένης Ελλάδας, που αντιστάθηκε σθεναρά στους κατακτητές της (Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους), συμπληρώθηκε μετά την απελευθέρωση από τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (1946-49) που ακολούθησε. Και βεβαίως μια χώρα πολιτικά κατακερματισμένη, έρμαιο στις ορέξεις και τα συμφέροντα εγχώριων και εισαγόμενων παραγόντων, με τον λαϊκισμό και τα πελατειακά συμπλέγματα στην ημερήσια διάταξη, επέτρεψε σε μη ελεγχόμενες οντότητες (τις ένοπλες δυνάμεις και τον θρόνο) να παρεμβαίνουν βάναυσα και επανειλημμένα στον κοινοβουλευτικό βίο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα μας δίνουν οι δεκάδες στρατιωτικά πραξικοπήματα, καθώς και οι δικτατορίες Θεόδωρου Πάγκαλου (1925-26), Ιωάννη Μεταξά (1936-41), και Γεωργίου Παπαδόπουλου/Δημητρίου Ιωαννίδη (1967-74).

Το ζητούμενο σήμερα είναι η πραγματοποίηση ενός κορυφαίου ιστορικού συμβιβασμού που θα δώσει οριστικό τέλος στους δύο μεγάλους διχασμούς της νεότερης Ελλάδας (μεταξύ Βασιλικών-Βενιζελικών, και Κομμουνιστών-Εθνικιστών), καθώς και στο μεταμοντέρνο και παράδοξο υποκατάστατό τους (την πενταετή σύγκρουση των λεγόμενων Μνημονιακών-Αντιμνημονιακών). Δυστυχώς, όμως, είναι ορατός ακόμη και ο μεγαλύτερος κίνδυνος οπισθοδρόμησης σε κακές συνήθειες του παρελθόντος, με κινητήριες δυνάμεις τον άκρατο λαϊκισμό και την εθνικιστική υστερία. Οταν, για παράδειγμα, ο σημερινός υπουργός Αμυνας χρησιμοποιεί την απειλή συλλογικής αυτοκαταστροφής (Κούγκι) ως διαπραγματευτικό χαρτί, η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο του ορθολογισμού με καταστροφικές συνέπειες για τον λαό μας. Και ο κίνδυνος για την Ελλάδα μπορεί να πολλαπλασιαστεί σε περίπτωση που ο μνημονιακός/αντιμνημονιακός διαχωρισμός επεκταθεί σε επίπεδα σύγκρουσης Ευρωπαϊστών-Αντιευρωπαϊστών. Ακριβώς στο σημείο αυτό, ο διογκούμενος «αντιγερμανισμός» που καλλιεργείται από την κυβέρνηση Τσίπρα/Καμμένου (με αφορμή την αυστηρή και άκαμπτη στάση του πολιτικού ζεύγους Μέρκελ-Σόιμπλε, καθώς και τις αναθυμιάσεις των ναζιστικών ακροτήτων εις βάρος της Ελλάδας πριν από 75 χρόνια) μπορεί να οδηγήσει σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες περί «grexit» και «grexident».

Στη δύσκολη καμπή που βρισκόμαστε απαιτείται σύνεση, αποφασιστικότητα και θάρρος από την πλευρά των πολιτικών ηγεσιών του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου. Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πρέπει άμεσα να επιλέξει την κατεύθυνση που θέλει να οδηγήσει την Ελλάδα. Οραματίζεται μια χώρα που ανήκει στην Ευρώπη και γενικότερα στη Δύση ή μια απομονωμένη, τριτοκοσμική οντότητα στην περιοχή της μεσογειακής αβεβαιότητας και της πολιτικής αστάθειας. Εάν, όπως διατείνεται, προτιμά μια Ελλάδα που λειτουργεί ως ισάξιος και ενσωματωμένος εταίρος της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, πρέπει άμεσα να επιβληθεί στις αντιευρωπαϊκές συνιστώσες του πολυδιάστατου κόμματός του. Οπως φάνηκε από τη συζήτηση στη Βουλή -σχετικά με το νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ελληνικής ανθρωπιστικής κρίσης- η κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίσει σε επιμέρους θέματα τη στήριξη των βουλευτών του «Ποταμιού», του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και της Νέας Δημοκρατίας. Ειδικά, στην περίπτωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο κ. Σαμαράς θα πρέπει να κριθεί με βάση την ικανότητά του να ιεραρχήσει την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρώπη πολύ πάνω από τα στενά προσωπικά και κομματικά του συμφέροντα.

Η μελέτη της Ιστορίας δείχνει ότι οι ικανοί και χαρισματικοί ηγέτες αναδεικνύονται στις εποχές των μεγάλων κρίσεων. Η Ελλάδα, η οποία στις μέρες μας αντιμετωπίζει την προοπτική αυτοαπομόνωσης με δεδομένο τον γεωπολιτικό κίνδυνο μιας αμφίθυμης και αναθεωρητικής Τουρκίας, έχει απόλυτη ανάγκη συμμαχιών που είναι οργανικά και θεσμικά κατοχυρωμένες (όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ). Και για να αποφευχθεί εδώ κάθε παρεξήγηση από τον αναγνώστη, μια ευρωατλαντική Ελλάδα έχει κάθε λόγο, κίνητρο και συμφέρον να παίζει τον ρόλο του ειρηνοποιού και διαμεσολαβητή στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, καθώς και να αναπτύσσει αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με ισχυρές και οικονομικά εύρωστες χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και άλλες ανερχόμενες οντότητες παγκόσμιας πολιτικοοικονομικής εμβέλειας. Ακολουθώντας το ηγετικό παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, έχοντας κλείσει μέτωπα προς κάθε άλλη κατεύθυνση, η χώρα μας μπορεί να επιδιώξει από θέση ισχύος έναν έντιμο συμβιβασμό με τη γειτονική Τουρκία με πρότυπο τη συνθήκη ελληνοτουρκικής φιλίας του 1930 ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κεμάλ Ατατούρκ.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.