ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «πολιορκημένη» δημοσιογραφία στο Μεσολόγγι

Ο επιφανέστερος ίσως αναγνώστης των «Ελληνικών Χρονικών» ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, που διάβαζε στις σελίδες τους το «διήγημα της πολιορκίας του Μεσολογγίου», για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Ιάκωβου-Ιωάννη Μάγερ, σε επιστολή του γραμμένη ελάχιστα πριν από την Εξοδο και δημοσιευμένη τρεις μήνες μετά τον θάνατό του. Εκτός από τις πολλές σχετικές μαρτυρίες, ένα καθαυτό λογοτεχνικό στοιχείο (όχι το μόνο) φαίνεται να υποδηλώνει τη σχέση του Ζακύνθιου με τη μεσολογγίτικη εφημερίδα: o εμβληματικός στίχος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» «άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει» ενδέχεται να αποτελεί δημιουργική υιοθέτηση από τον ποιητή μιας διατύπωσης των «Ε.Χ.». Γράφει σχετικά ο Γιάννης Παπακώστας: «Σε εγγραφή […] των “Ελληνικών Χρονικών” της 25ης Ιουνίου 1825 διαβάζουμε: “Το εσπέρας εβασίλευεν άκρα σιωπή”, μια έκφραση του ίδιου έτους: “Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία”. Και οι δύο εγγραφές αναπόφευκτα ανακαλούν στη μνήμη μας τον γνωστότατο πρώτο στίχο του Β΄ Σχεδιάσματος “Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει”» («Η Μεσολογγίτισσα στον Σολωμό: Προέκταση στα “Ελληνικά Χρονικά” του Μάγερ», περ. «Νέα Εστία», τχ. 1707, Δεκέμβριος 1998). Βλέπουμε λοιπόν πώς η άμεση και εν θερμώ δημοσιογραφία-ιστοριογραφία επηρεάζει την ποίηση, που επηρεάζει έπειτα με τη σειρά της την Ιστορία.

Αναγνώστης των «Χρονικών» υπήρξε και ο Κιουταχής. Ο Τούρκος αρχιστράτηγος, που προφανώς ήθελε να διαβάζει ο ίδιος ή οι δραγουμάνοι του και μέσα από τις γραμμές, προμηθευόταν τις ελληνικές εφημερίδες από τον πρόξενο της Αυστρίας στη Ζάκυνθο, τον οποίο και ευχαριστούσε με επιστολή του. Η επιστολή έπεσε στα χέρια των επαναστατών και δημοσιεύτηκε στον «Φίλον του Νόμου», που εκδιδόταν στην Υδρα. Κατόπιν αναδημοσιεύτηκε στα «Ε.Χ.» μαζί με ένα ειρωνικό σχόλιο. Οι πολιορκημένοι συμβούλευαν τον πολιορκητή τους να πληρώσει τρίμηνη συνδρομή στην εφημερίδα τους και αυτοί θα του άφηναν κάθε Σάββατο το νέο φύλλο σε συγκεκριμένο προμαχώνα του «φράχτη». Να σημειωθεί ότι μετά τις 4.7.1825 τα «Ε.Χ.» εκδίδονταν μόνο μία φορά την εβδομάδα, αφού οι δυσκολίες ήταν ανυπέρβλητες, η δε ύλη τους αφορούσε αποκλειστικά τα της πολιορκίας.

Ο Κιουταχής δεν… φιλοτιμήθηκε. Ξέρουμε πάντως και από τον Γιάννη Βλαχογιάννη ότι άλλοι Τούρκοι «αγοράζανε φύλλα, δίνοντας, καμιά φορά, και πολύ ακριβά χαρίσματα, φαγητά ή πιοτά. Οι αγράμματοι πολεμιστές δεν καταλαβαίναν το κακό που μπορούσανε να κάμουν. Ομως οι υπεύθυνοι ασκούσαν πολύ αυστηρή λογοκρισία». Ο Βλαχογιάννης τα υποσημειώνει αυτά για να φωτίσει την εξής παράγραφο στα «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων» του Μακεδόνα αγωνιστή Νικολάου Κασομούλη: «Εσύχναζαν πολλοί εις το κατάστημα της Τυπογραφίας, και πολλάκις κενόδοξοι τον ενοχλούσαν [τον Μάγερ] χωρίς λόγον, ζητώντας επιμόνως να φαίνωνται τα ονόματά των και τα ονόματα των πληγωμένων συγγενών των καταλεπτώς, μ’ όλον οπού δεν εσύμφερεν ως προς τον εχθρόν, όστις ελάμβανεν καθημερινώς από αυτές».  

Ενα-δυο περιστατικά δείχνουν με ποιον τρόπο η εφημερίδα συνδημιουργούσε τη μικροϊστορία καθενός από τους αγωνιστές εκείνους που, κάτω από τη γενική ονομασία «ήρωες», χάνεται η ιδιαίτερη ταυτότητά τους, τμήμα της οποίας είναι φυσικά και οι αστοχίες, οι υπερβολές, η αφέλεια, ο εγωισμός. Ενας απ’ όσους γκρίνιαζαν ήταν ο Νότης Μπότσαρης, που έλεγε διαμαρτυρόμενος: «Εκείνος ο εφημεριδογράφος όλο τζαμπουνάγει, και δεν ηξεύρει τι γράφει». Ενας άλλος ήταν ο Γεώργας Τζαβέλας, πάντα κατά τον Κασομούλη, που γράφει: «Ενώ εγώ ήμουν επάνω εις την οικίαν, έρχεται ο Τζαβέλας και ερωτά τον τυπογράφον Γεώργιον Μεσθενέα, νέον ενάρετον και άκακον: “Πού είναι, ωρέ, το φημερίδα οπού έγραψες ― για διάβασέ το να το ακούσω”. Αρχισεν ο Μεσθενεύς να αναγινώσκη· φθάνει εκεί οπού έλεγον “εις την τάμπιαν του (Μάρκου) Βότζιαρη” και ο Τζαβέλας τον λέγει: “Στάσου! Πού είναι ο Μάρκος Βότζιαρης, που τον έγραψες μέσα; Τι θέλει σ’ αυτό τον ντάμπια ― αυτός απέθανεν!” Ο Μεσθενεύς προσπαθούσεν να τον πείση ότι το όνομα ετούτο εδόθη προς τιμήν από τον μηχανικόν, όχι ότι έκαμεν τον πόλεμον εκείνος. (…) Θυμώνει ο Τζαβέλας, τον υβρίζει και αρπάζει τα φύλλα να τα ξεσχίση. […] Στηρίζοντες οι Στρατηγοί Κότζικας, Στορνάρης, Μήτζιος Κοντογιάννης την εφημερίδαν, είπον εις τον Μέγερ: “Οταν σκοπεύεις να τυπώσης, ζήτησε δύναμιν να σε δώσωμεν, και γράψε ό,τι γνωρίζεις ελεύθερα, χωρίς συστολήν, τα καλά και τα κακά μας”».

Παρά την υποστήριξη αυτή, και λογοκρισία υπήρχε και αυτολογοκρισία. Και πιθανόν σ’ αυτό οφείλεται η απουσία στα «Ε.Χ.» οποιασδήποτε αναφοράς σε ένα λεπτότατο ζήτημα: στα κρούσματα ανθρωποφαγίας, πτωματοφαγίας μάλλον, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, όταν δεν αρκούσαν γάτες, ποντίκια και αρμυρήθρες για να κατευνάσουν τον μέγιστο εχθρό, την Πείνα. Η ιστορία των πολέμων, ελληνική και παγκόσμια, έχει να παρουσιάσει αρκετά συμβάντα εξαναγκαστικής προσφυγής στον κανιβαλισμό, όπως αυτά που έλαβαν χώρα στη Μονεμβασία και στο Ναύπλιο, όταν πολιορκούνταν οι Τούρκοι από τους Ελληνες.

Για την ανθρωποφαγία στο Μεσολόγγι υπάρχουν ποικίλα πειστήρια. Εχουμε κατ’ αρχάς τη μαρτυρία του Γιαννιώτη αγωνιστή Αρτέμιου Μίχου, που σώθηκε στην Εξοδο. Στα «Απομνημονεύματά» του γράφει ότι «πολλαί οικογένειαι ήρχισαν τότε να τρέφωνται εκ των εκ του λιμού αποθνησκόντων συγγενών των». Ο ίδιος ο Κασομούλης μιλάει για έναν «Κραβαρίτη που έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευθέντος και το έφαγεν». Επιπλέον, στη «Μεσολογγιάδα» του, όπου ανασυντάσσει πολλές προφορικές μαρτυρίες που συνέλεξε στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, ο δραματουργός Αντώνιος Αντωνιάδης, την εγκυρότητα του οποίου υπερασπίζει ο Βλαχογιάννης, γράφει: «Τινές δ’ αυτών τοσούτον αγριούνται, / ώστε με βλέμμα φοβερόν τους αιχμαλώτους Τούρκους / προσβλέπουσιν, απάνθρωπα προς τούτους μελετώντες, / κι ανοίγοντες ενίοτε κοιλίας των Αράβων, / ους έσφαζον διά νυκτός ποιούντες τας εξόδους. / (Το ήπαρ, λέγετ’, εύρισκον γλυκύτατον την γεύσιν.)».

Ορθότατα, τα «Χρονικά» απέφυγαν να θίξουν το θέμα αυτό, γιατί το φρόνημα των πολιορκημένων θα τσακιζόταν. Σήμερα δεν υπάρχει λόγος αποσιώπησης περιστατικών που οι ίδιοι οι αγωνιστές δεν απέφυγαν να τα καταγράψουν. Ιστοριογραφία και ταμπού ή «ου φωνητά» δεν συμπορεύονται.