ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Νείλος, ο Ινωπός ποταμός και ο Σήφης

​Ενας από τους πολλούς Γερμανούς στους οποίους χρωστάμε πολλά είναι ο Βιλαμόβιτς – και η οφειλή αυτή είναι ένας επιπλέον λόγος για να χαρακτηριστεί κακόγουστο αστείο κάθε σκέψη για δήμευση του Ινστιτούτου με το όνομα του Γκαίτε· ενός Γκαίτε, παρεμπιπτόντως, που, γοητευμένος, μετέφραζε δημοτικά τραγούδια μέσα στην Επανάσταση. Κορυφαίος ελληνιστής ο Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς-Μέλλεντορφ (1848-1931), της σχολής του ιστορικού θετικισμού, είναι ένας δάσκαλος που διδάσκει ακόμη. Μελέτησε σε βάθος και εύρος μέγα και έγραψε με σπάνια οξυδέρκεια για τις τραγωδίες και τη λυρική ποίηση. Για την αρχαιοελληνική θρησκεία, τη λαϊκή παράδοση, τη μετρική, τη φιλοσοφία. Για τον Ομηρο και τον Πλάτωνα. Αλλά και για τον Σήφη, τον κροκόδειλο της Κρήτης, που δεν άντεξε τον βαρύ χειμώνα.

Εντάξει. Δεν έγραψε βέβαια για τον Σήφη ο Βιλαμόβιτς, που είχε ανάμεσα στους μαθητές του τον Ιωάννη Συκουτρή και τον Ι. Θ. Κακριδή. Οταν όμως βρέθηκε στη Δήλο, στις αρχές του 20ού αιώνα, θυμήθηκε και θύμισε μια όμορφη ξεχασμένη ιστορία: την οιονεί πολιτογράφηση του Νείλου ποταμού ως Ελληνα. Στα κάμποσα που άντλησαν οι Ελληνες από τους Αιγύπτιους, δίχως να ντρέπονται ή να το κρύβουν (αν και υπήρχαν και πολύ παλιά οπαδοί της ασπόρου συλλήψεως και των θεόδοτων πρωτείων, που καταλόγιζαν μάλιστα κακοήθεια στον τίμιο Ηρόδοτο), πρόσθεσαν και τον τροφοδότη ποταμό τους. Και φυσικά, όπου Νείλος, εκεί και οι κροκόδειλοι. Διαβάζοντας λοιπόν πριν από λίγες εβδομάδες τα περί Νείλου και Δήλου λεγόμενα του Βιλαμόβιτς, σκέφτηκα τον Σήφη του Ρεθύμνου, ένα από τα λιγοστά ανάλαφρα θέματα της επίμονα βαριάς «επικαιρότητας», όπως κατασκευάζεται από τα σχεδόν σαδιστικά μίντια. Ο ενδιαφερόμενος τα βρίσκει αυτά στο πρόσφατο βιβλίο της Αναστασίας Γ. Δασκαρόλη «Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς-Μέλλεντορφ: Τα ταξίδια του στην Ελλάδα, 1873-1917» (εκδ. Πορεία).

Αν ο Βιλαμόβιτς βασιζόταν στην ευρυμάθεια και τη μνήμη του ή κρατούσε στις περιηγήσεις του κάποιο αντίτυπο του Παυσανία ή του Στράβωνα, για να συγκρίνει σαν αυτόπτης πια, δεν το ξέρουμε. Δεν έχουμε όμως και λόγους να το αποκλείσουμε. Δεν θα ήταν άλλωστε ο πρώτος που, στο πολυπόθητο για τους αρχαιολάτρες ταξίδι του, θα εμπιστευόταν σαν ξεναγούς τους αρχαίους επισκέπτες-ιστορητές μνημείων και τόπων. Βλέποντας πάντως στη Δήλο τα λείψανα του Ινωπού ποταμού θα δικαίωνε τον Στράβωνα, που υπογράμμιζε το μικρό μέγεθός του: «Ποταμός δε διαρρεί την νήσον Ινωπός, ου μέγας». 

Δεν θα μπορούσε επίσης να μη θυμηθεί τον σπουδαίο ποιητή Καλλίμαχο και τον «Εις Δήλον» ύμνο του, την «ιερήν» νήσο όπως τη λέει, αφού υπήρξε «Απόλλωνος κουροτρόφος»: Η Λητώ, κατατρεγμένη από τη ζηλόφθονη Ηρα, βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα κομμάτι γη που έδωσε ο Δίας να φανερωθεί από τη θάλασσα (εξ ου και το όνομα Δήλος). Ετοιμόγεννη, λύνει τη ζώνη της κι ακουμπάει στη φοινικιά της ακροποταμιάς, όπως μνημονεύει και ο Αγγελος Σικελιανός στο εξαιρετικό ποίημά του «Ο χωριάτικος γάμος», τμήμα του συνθέματος «Πρόλογος στη ζωή»: «Οπως η Λητώ γεννώντας τον Απόλλωνα / εκράτει ορτή στη Δήλο την αιθέρια φοινικιά». Για να γλυκαθούν οι πόνοι της γέννας οι Δηλιάδες νύμφες του Ινωπού τραγουδούν το της «Ελειθυίης ιερόν μέλος» (η θεά Ειλείθυια ή –δωρικά– Ελείθυια ή Ελευθώ, από το ελεύθω = έρχομαι, λατρευόταν σαν έφορος του τοκετού, ορισμένοι δε πιστεύουν ότι ο ήχος του ονόματός της σώζεται στη νεοελληνική προς εγκύους ευχή «καλή λευτεριά»). Και γεννιέται ο Απόλλωνας. Και γίνεται αμέσως χρυσή η Δήλος όλη, λέει ο Καλλίμαχος, χρυσή η λίμνη και ο Ινωπός: «Χρυσώ δε πλήμυρα βαθύς Ινωπός ελιχθείς». Τα χρύσωσε, τι άλλο, η λάμψη του νεογέννητου θεού.

Εδώ λοιπόν ο Βιλαμόβιτς θυμάται μια πίστη των παλαιών Ελλήνων που ακούγεται εξαιρετικά αφελής. Κι, ωστόσο, ουδείς γνωρίζει τι μπορεί να αποδειχθεί κάποτε για τις αφανείς διαδρομές που ακολουθούν οι φλέβες του γλυκού νερού στα σπλάχνα της Γης. Την πίστη αυτή την κατέγραψε ο Παυσανίας στην «Ελλάδος περιήγησιν». Μας πληροφορεί εκεί πως οι Δήλιοι πίστευαν ότι ο ταπεινός Ινωπός είχε τη ρίζα του στον αιγυπτιακό Νείλο, που ρέοντας κάτω από την αλμυρή Μεσόγειο, φανερωνόταν στη Δήλο: «Οίδα δε και Δηλίων τοιούτο ακούσας έτερον, ύδωρ ο καλούσιν Ινωπόν είναί σφισιν εκ του Νείλου». Και για τον ίδιο τον Νείλο άλλωστε πίστευαν οι αρχαίοι ότι αποτελούσε απόληξη του Ευφράτη, που εξαφανιζόταν σε ένα έλος κι ύστερα εμφανιζόταν πάνω από την Αιθιοπία. Μα και για τον Μαίανδρο ποταμό, ανάλογη ήταν η κοινή δοξασία: περνώντας τη Φρυγία και την Καρία, έβγαινε στη θάλασσα της Μιλήτου. Από εκεί, διασχίζοντας υποθαλάσσια το Αιγαίο έβγαινε στην Πελοπόννησο με τη μορφή και το όνομα του Ασωπού: «Ες Πελοπόννησον έρχεσθαι και ποιείν τον Ασωπόν».

Αν έπαιρναν και κροκόδειλοι τον ανήφορο προς τη Δήλο μέσα στα μεταναστευτικά νερά του Νείλου, δεν το λέει κανένα γραπτό. Το λένε όμως με τον τρόπο τους (και για να αποχαλινώσουμε τη φαντασία μας) οι εντυπωσιακές σαύρες της Δήλου, πολύ μεγαλύτερες του συνηθισμένου. Ωστε λοιπόν είχε και ο Σήφης τους εν Ελλάδι προδρόμους του. Αν πάντως τον θεωρούσαμε πειραματόζωο, που χρησιμοποιήθηκε σε κάποιο πείραμα για να προσδιοριστεί το εύρος της κλιματικής αλλαγής, θα μπορούσαμε να ψευτοπαρηγορηθούμε: το πρόωρο τέλος του ερπετού δείχνει ότι το κλίμα της Ελλάδας, της Μεσογείου γενικότερα, δεν έχει εξαφρικανιστεί. Ακόμα. Αυτό όμως μόνο εξωνημένοι περιβαλλοντολόγοι (η αχρεία δράση των οποίων έχει δυστυχώς αποδειχθεί) θα το εμφάνιζαν σαν πειστήριο ότι τάχα το κλίμα μια χαρά κρατάει την ισορροπία του και η ανθρωπογενής φθορά του είναι μύθος. Γενάρη μήνα το Συμβούλιο Πυρηνικών Επιστημόνων, όπου συμμετέχουν 18 νομπελίστες, ανακοίνωσε ότι ο δείκτης στο Ρολόι της Αποκάλυψης, που δημιουργήθηκε το 1947 για να συμβολίζει τον χρόνο που απομένει ώς την καταστροφή του πλανήτη, μετακινήθηκε δύο λεπτά μπροστά. Βρισκόμαστε πια στο 23.57. Ενα τρίλεπτο μένει. Η εξήγηση, όπως την έδωσε η πρόεδρος του Συμβουλίου, Κένετ Μπένεντικτ, οδυνηρά απλή: «Η ανεξέλεγκτη υπερθέρμανση του πλανήτη και η κούρσα των πυρηνικών όπλων, λόγω του εκσυγχρονισμού των τεράστιων οπλοστασίων, αποτελούν τη σοβαρότερη και αδιαμφισβήτητη απειλή για την επιβίωση της ανθρωπότητας». Αλλά και για των Σήφηδων την επιβίωση, που ίσως αποτελούν το αρχαιότερο είδος επί Γης.