ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιμέτωποι με τη ρουτίνα του σοκ

Φ​​ρίκη χωρίς τέλος στις θάλασσες της Μεσογείου. Οι δόσεις της είναι πλέον τόσο ισχυρές, που μας πλήττει σαν προσβολή. Αντιδρούμε. Ανατριχιάζοντας. Οι θεατές. Οι καρδιές «του καναπέ», που σφίγγονται στη θέα της δυστυχίας. Συγκλονίζουν οι αριθμοί των ανθρώπων που χάνονται, καραβιές ολόκληρες, προσπαθώντας να βρουν την ελπίδα. Αριθμοί. Χωρίς πρόσωπο. Πού και πού ο τηλεοπτικός φακός στέκεται σε έναν εξ αυτών, επειδή καταφέρνει να ψελλίσει μερικές λέξεις σε γλώσσα που καταλαβαίνουμε, και έτσι πληροφορούμαστε λεπτομέρειες της τραγωδίας. Πόσο τους κοστίζει το εμπόριο της απελπισίας τους, συχνά απλώς ταξίδι προς τον θάνατο. Η ταρίφα 2.500 και 3.000 ευρώ. Μια κολοσσιαία αγορά φρίκης στον 21ο αιώνα, για την οποία οι τυχερές γειτονιές του πλανήτη μπορούν να εκδηλώνουν συγκίνηση ή και ντροπή. Τι άλλο; Και για πόσο ακόμη;

Είναι τέτοια η ταχύτητα των τραγωδιών που μαίνονται καθημερινώς στον Νότο της Μεσογείου, που το τρομακτικό χάνει την έννοιά του. Συμβαίνει ήδη το χειρότερο στον πολιτισμό του ανθρωπισμού, στις κοινωνίες, οι οποίες τον έχουν αναγάγει σε επιστήμη, η διάψευση της δύναμης της γνώσης. Αιώνες σκέψης από τον Διαφωτισμό μέχρι σήμερα για την κατανόηση της ανθρώπινης αγριότητας, για την ερμηνεία και εξ αυτής, για την αντιμετώπισή της, έφτιαξαν τις κοινωνίες της προόδου, αλλά και της μαζικής αφασίας. Ετοιμες βέβαια να σοκαριστούν, να συγκινηθούν, αλλά αδύναμες να κατανοήσουν αυτό που τους συμβαίνει, σαν να πρόκειται για θεομηνία που πλήττει μακρινές περιοχές του πλανήτη και δεν μπορούν άλλο να πράξουν από το να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες στους πληγέντες. Τι άλλο να πράξουν. Τι άλλο πέρα από την εκδήλωση μιας ευγενούς άμιλλας στη διάσωση ναυαγών, συγκινημένες από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ειλικρινή ανθρώπινα συναισθήματα εκλύει η μάχη με τα κύματα για να κρατηθεί στη ζωή ένα παιδί, μια γυναίκα που μόλις γέννησε, μια άλλη ετοιμόγεννη, αλλά δεν αρκούν για να σταματήσουν το έγκλημα, ούτε για να προσφέρουν αληθινή ζωή στα θύματά του. Και το έγκλημα δεν είναι μόνον οι ακριβοπληρωμένοι έμποροι της απελπισίας, που δεν συλλαμβάνονται, αλλά η ίδια η αντίληψη του πολιτισμού της μακαριότητας και της μιντιακής συγκίνησης, ότι οι καραβιές των κυνηγημένων από την ανείπωτη δυστυχία πολέμων, λιμών, ανεργίας, βιασμών, θρησκευτικών φανατισμών, είναι μια ανθρώπινη μάζα που περισσεύει κάθε τόσο μέσα στη διαδρομή της Ιστορίας. Ανακυκλώσιμη σαν τα πολύτιμα απορρίμματά του.

Η ανωνυμία των θυμάτων είναι η δεύτερη καταδίκη τους σε έναν κόσμο εθισμένο στον διαχωρισμό των «δικών του» από τους «άλλους». Και παρά τη δημοκρατική ευαισθησία του πολίτικλι κορέκτ μιντιακού θεάματος, είναι ανάγλυφη η αποτύπωση αυτού του διαχωρισμού. Η αεροπορική τραγωδία στις Γαλλικές Αλπεις, πριν από λίγο καιρό, έφερε δίπλα δίπλα στον τόπο του δράματος Μέρκελ και Ολάντ, τους δύο ισχυρότερους Ευρωπαίους ηγέτες, για να δηλώσουν τη συμπαράστασή τους στις οικογένειες. Μια καραβιά με 900 ψυχές καταποντίστηκε στα ανοιχτά του Λιβυκού, προχθεσινό γεγονός, και πέρασε στη λήθη. Ο αριθμός τους προστέθηκε στις ανησυχητικές στατιστικές. Εστω αφορμή για να ενεργοποιηθεί η Ευρώπη, να βρει τρόπους ελέγχου και προστασίας, όχι φυσικά λύση.

Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο, διαρκώς επιδεινούμενο, με τον μισό πλανήτη να πνίγεται από θηριωδίες παντός είδους και τον άλλο μισό να αγωνίζεται να περισώσει μέσα στην οικονομική του κρίση τις στοιχειώδεις αξίες που στήριξαν την ευδαίμονα συνύπαρξη των λαών του, τους θεσμούς που προστάτεψαν και καλλιέργησαν την έννοια της αξίας της ανθρώπινης ζωής.

Και είναι αυτά τα συστατικά μιας ευτυχίας στην οποία οι μεταπολεμικές γενιές έχουμε εθιστεί τόσο, ώστε μοιάζει να μην μας είναι πλέον αρκετή. Ο εθισμός, υπνωτικός και επικίνδυνος, είναι η απειλή για τις τυχερές πλευρές του πλανήτη και όχι τα κύματα των απελπισμένων. Ο εθισμός στην ευτυχία, αλλά και ο εθισμός στη θέαση της δυστυχίας των άλλων.

Και αυτή η ρουτίνα του σοκ στις ευδαίμονες ακόμη -κι ας μην το κατανοούμε- γειτονιές μας μοιάζει να απαλλοτριώνει τις ζωές των απελπισμένων, κι ας συγκινούμαστε, κι ας ορμάμε να τους σώσουμε από τις θάλασσες. Αέρας οι ζωές, «εξαφανίζονται» -όπως είπε και η υπουργός- και πού να ξέρουμε πού πάνε!

Παραμένει η δυστυχία τους έννοια μακρινή. Κάτι για το οποίο ευθύνονται οι ίδιοι. Το μιντιακό υπερθέαμα διευκολύνει την πλάνη, καθώς οτιδήποτε αφορά τις αιτίες του κακού μένει στη σκιά, εκτός μιντιακού λεξιλογίου, ως μη φωτογενές. Τέτοιο είναι μόνον το κοντινό πλάνο στη στιγμή του δράματος. Γιατί διευκολύνει την ψευδαίσθηση ενός φινάλε. Ευτυχούς δε, αν διασωθεί μια ζωή. Είναι η στιγμή της συμπύκνωσης του μεγαλείου της ανθρωπιάς. Σαν μια εκτόνωση της αδρεναλίνης, που φέρνει μέθη. Αλλά οι πιο φρικτές μάστιγες και τα τόσα θύματά τους, ας το παραδεχτούμε, δεν κατάφεραν, τόσα χρόνια, παρά να προσδώσουν μεγαλύτερη αξία στη μακαριότητά μας.