ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ξένοι δημοσιογράφοι και ο κ. Τσίπρας

Ο σκοπός της συνάντησης δεν είχε σχέση με την κρίση στην Ελλάδα, την Ευρωζώνη, ούτε καν την οικονομία γενικότερα. Ομως, η παρουσία τόσο πολλών δημοσιογράφων από όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, και όχι μόνον, έδωσε την ευκαιρία για αρκετές συζητήσεις γύρω από την ελληνική πολιτική, οικονομία και κοινωνία.

Μέσα από αυτές προκύπτουν σαφείς διαπιστώσεις για την αίσθηση που επικρατεί για την Ελλάδα στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Αφορμή για την ιδιότυπη, αυθαίρετη και σίγουρα μη επιστημονική αυτή δημοσκόπηση ήταν η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ που πραγματοποιείται στην Αττάλεια.

Ο απολογισμός από τις συζητήσεις είναι, δυστυχώς, ανησυχητικός. Ενώ σε ανθρώπινο επίπεδο σχεδόν οι πάντες εκφράζουν τη συμπάθειά τους για τις δυσκολίες και τα επώδυνα μέτρα που υπομένει η ελληνική κοινωνία –πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, Γερμανίδα δημοσιογράφος που ζήτησε «συγγνώμη γι’ αυτά που περνάτε»– όταν η συζήτηση περνάει στην πολιτική και οικονομική διαχείριση, το κλίμα «αλλάζει».

Η συντριπτική πλειονότητα των Ευρωπαίων και όχι μόνο δημοσιογράφων είναι πολύ επικριτική έναντι των ελληνικών κυβερνήσεων, των προηγούμενων που «υπερχρέωσαν τη χώρα» και της σημερινής, που με τη συμπεριφορά της «έχει εκνευρίσει τους πάντες και δεν έχετε πλέον κανέναν υποστηρικτή».

Τα επιχειρήματα δεν είναι καινούργια, αλλά ηχούν πιο ενοχλητικά όταν επαναλαμβάνονται από πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, οι οποίοι –και αυτό έχει τη σημασία του– είναι σαφές ότι στη μεγάλη πλειονότητά τους διάκεινται πολύ θετικά έναντι  της  Ελλάδας και των Ελλήνων.

Η αίσθηση που αποκόμισα από τους περισσότερους συνομιλητές ήταν ότι υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό και προσδοκίες τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο έβλεπαν ως κάτι καινούργιο και φρέσκο, ικανό να διορθώσει τα κακώς κείμενα «που δημιούργησαν οι προηγούμενοι», όπως για παράδειγμα να σταματήσει τις πελατειακές σχέσεις και τον γιγαντισμό της κρατικής γραφειοκρατίας.

Ομως, οι πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης απογοήτευσαν, αφού μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση κινούνται. Επίσης, πολλοί δεν αντιλαμβάνονται γιατί και μετά την αναρρίχησή του στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε τη συγκρουσιακή στάση που υιοθέτησε προεκλογικά, αντί να επιχειρήσει, στο πνεύμα της ευρωπαϊκής παράδοσης των συμβιβασμών και των συμμαχιών, να εξασφαλίσει κάποιες, έστω μικρές, αλλαγές.

Οι ίδιοι άνθρωποι που, κατά δήλωσή τους, έβλεπαν με προσδοκία τον ΣΥΡΙΖΑ τον περιγράφουν τώρα ως μια λαϊκίστικη αντιευρωπαϊκή πολιτική δύναμη που θέλει να πλήξει την ενωμένη Ευρώπη, τόσο με τις «απειλές» κατά των εταίρων όσο και με το «φλερτ» με τη Μόσχα που, οι περισσότεροι Δυτικοί δημοσιογράφοι εκλαμβάνουν ως άλλη μια ένδειξη αντιευρωπαϊκής συμπεριφοράς.

Κάτι που επίσης πρέπει να προβληματίσει την ηγεσία και το επικοινωνιακό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι –δημοσιογράφοι, όχι πολιτικοί– επέλεγαν να τον εντάσσουν στην ίδια κατηγορία με το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία ή το κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου του Νάιτζελ Φάρατζ.

Ομως, με τα παραπάνω αρνητικά συμπεράσματα συνυπάρχει και μια θετική και ενθαρρυντική διάσταση για τον ΣΥΡΙΖΑ. Παρά την απογοήτευση για τη μέχρι τώρα πορεία της κυβέρνησης, οι περισσότεροι εξακολουθούν να εναποθέτουν στον κ. Τσίπρα τις ελπίδες για «αλλαγή» στην Ελλάδα.

Με την επιφύλαξη που επιβάλλει η σχετικά περιορισμένη γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, έδειχναν πεπεισμένοι ότι τα παραδοσιακά κόμματα του παρελθόντος φέρουν την κύρια ευθύνη για τα προβλήματα και άρα δύσκολα μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης.

Μέσα από αυτό το πρίσμα καλής θέλησης προς τον Αλέξη Τσίπρα, οι περισσότεροι συνάδελφοι αναρωτιόνταν αν ο νεαρός πρωθυπουργός θα καταφέρει να πείσει τους εταίρους ότι ειλικρινά πιστεύει στην ενωμένη Ευρώπη και να διατηρήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη και παράλληλα να βελτιώσει το πώς λειτουργεί ως χώρα.