ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λαχτάρα για ένα Ητον

Είναι ερώτημα που απασχολεί αρκετούς ανθρώπους, χωρίς κανείς να μπορεί να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό. Πόσοι είναι οι πολιτικά άστεγοι; Πόσοι είναι εκείνοι που ανήκουν στο δημοκρατικό τόξο, δεν διανοούνται τη χώρα εκτός Ευρωζώνης, αντιλαμβάνονται την οπισθοδρόμηση των τελευταίων μηνών και ανησυχούν, πιστεύουν στη δικαιοσύνη και στην ισονομία, εργάζονται με ευσυνειδησία ο καθένας στον τομέα του (ή είναι απολυμένοι του ιδιωτικού τομέα, προσπαθώντας να επιβιώσουν), υπερασπίζονται με πάθος την «κοινή λογική», συμμετέχουν, καθένας με τον τρόπο του, στην «κοινωνία των πολιτών», ψηφίζουν, συνήθως, στις εκλογές το λιγότερο κακό με μισή καρδιά; Ανήκουν στον χώρο της «πεφωτισμένης» Δεξιάς, του κέντρου, της σοσιαλδημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Πόσοι είναι αυτοί, μπορούν να ενοποιηθούν πολιτικά, να αποτελέσουν μαγιά για έναν άλλον σχηματισμό; Οι ζυμώσεις πολλές, το ακροατήριο διόλου ευκαταφρόνητο (οι πιο αισιόδοξοι μιλούν για 20%), ολοένα και αυξάνεται, λείπει όμως ο «επικεφαλής».

Η συνάντηση περίπου 1.500 ανθρώπων (πανεπιστημιακών, πολιτικών, εκπαιδευτικών) την περασμένη εβδομάδα για να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους στην αντιμεταρρύθμιση στον χώρο της Παιδείας ήταν ένδειξη μιας αντίδρασης. Η κοινή αγωνία ότι οι σπασμωδικές παρεμβάσεις και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης βαθαίνουν το τραύμα στο σώμα της Παιδείας, που υπήρξε ανέκαθεν πεδίο άσκησης δημαγωγίας.

Μια χώρα που πορεύεται στον 21ο αιώνα με την όπισθεν. Με αντιστάσεις, διαρκή αναδίπλωση, φοβικά σύνδρομα (από την τεχνολογία μέχρι τους ξένους), επιρρεπή σε κάθε μορφή εθνολαϊκισμού, σε ψεκασμούς, στην παραπληροφόρηση, στις «εξυπηρετήσεις» του πελατειακού κράτους, στο βόλεμα, στην αρπαχτή. Κι από την άλλη, μια χώρα με δυνάμεις αξιοζήλευτες, εργαζόμενους συνεπείς και αποδοτικούς, ανθρώπους μορφωμένους, ευρέων οριζόντων, ανοιχτούς στην πρόκληση του καινούργιου, με ιδέες καινοτόμες, βίο λιτό, φιλοδοξίες για κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη, με νέους σπαρμένους στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα που ευχαρίστως θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους για να δουλέψουν αν τους πρόσφεραν την ευκαιρία.

«Ολα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα…», όπως θα ’λεγε κι ο ποιητής. Σε διαρκή περιδίνηση, αναπαράγοντας τον ίδιο φαύλο κύκλο, που θρέφεται από τον εξισωτισμό προς τα κάτω, επιβάλλοντας τις δυνάμεις εκείνες που αποστρέφονται κάθε μορφής «αριστεία».

Το 1941 στο βιβλίο του «Αγγλία» ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε για την επίσκεψή του στην «κοσμοξάκουστη σχολή» του Ητον: «Ολοι σχεδόν οι αρχηγοί του εγγλέζικου έθνους τους τελευταίους αιώνες πέρασαν εδώ, μέσα στους τοίχους τούτους και τις πρασινάδες, την παιδική και εφηβική τους ηλικία (…). Φεύγοντας από το ιερό τούτο περιαύλι, ένιωσα πως έσμιξε με τον αγέρα του για πάντα πια και μια δική μου λαχτάρα. Να έρθει μέρα να αποκτήσει και η ράτσα μας τέτοια αυστηρή και χαρούμενη σχολή αρχηγών. Ερχονται εδώ οι πιο εκλεκτοί νέοι της Μεγάλης Βρετανίας (…) Σε ένα εξοχικό σπίτι το καλοκαίρι είχα γνωρίσει το σοφό, ιστορικό και εξαίσιο άνθρωπο Φίσερ. Ως Υπουργός Παιδείας, επί Λόιντ Τζορτζ, είχε ψηφίσει το νόμο που ευκόλυνε τους εκλεκτούς νέους του λαού να μπαίνουν δωρεάν και να σπουδάζουν στα κολλέγια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ. Ηταν περήφανος για το νόμο αυτό και προσδοκούσε πλούσιους τους καρπούς του. Οι φτωχοί αυτοί νέοι, μου έλεγε, παίρνοντας έτσι την ανώτατη εγγλέζικη μόρφωση, είναι προορισμένοι να κυβερνήσουν αργότερα, μαζί με τους αριστοκράτες και τους αστούς, τη βρετανική αυτοκρατορία».

Το απόσπασμα θύμισε πριν από λίγες ημέρες ο βουλευτής της Ν.Δ. Κώστας Τασούλας, μιλώντας στη Βουλή ως ειδικός αγορητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το νομοσχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την Παιδεία. Προφανώς, ο Νίκος Καζαντζάκης θα περιμένει πολύ ακόμη για την εκπλήρωση αυτής της λαχτάρας…