ΑΠΟΨΕΙΣ

Μα πού χάθηκαν οι κεντροδεξιοί ψηφοφόροι;

Τελικά η Ευρώπη αλλάζει! Αλλάζει, όμως όχι ακριβώς προς τα εκεί που θα επιθυμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τους δύο τελευταίους μήνες έγιναν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις. Τον Μάρτιο πραγματοποιήθηκαν νομαρχιακές εκλογές στη Γαλλία, τις οποίες κέρδισε με 38% το δεξιό κόμμα του Ν. Σαρκοζί, αφήνοντας πολύ πίσω τους σοσιαλιστές (25%) και την άκρα δεξιά (22%). Αν αθροίσουμε μάλιστα και κάποιες συγγενικές δυνάμεις, η κεντροδεξιά ξεπέρασε το 45%. Η νικηφόρα επάνοδος Σαρκοζί, μετά μια σημαντική περίοδο κρίσης για τη γαλλική κεντροδεξιά, σχολιάστηκε από αρκετούς ως πρελούδιο πολιτικών αλλαγών. Ο Σαρκοζί, αποδεικνύοντας πως είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει, έδειξε πως στους πραγματικούς ηγέτες δίνεται από τους πολίτες μια δεύτερη ευκαιρία, εφόσον αυτοί θέλουν να την αδράξουν.

Στη Φινλανδία διεξήχθησαν εθνικές εκλογές στις 19 Απριλίου. Η πλάστιγγα έγειρε προς τα δεξιά και σχηματίστηκε μια κεντροδεξιά συμμαχική κυβέρνηση με έντονο συντηρητικό άρωμα. Πριν από λίγες ημέρες, στη Μ. Βρετανία, ο Κάμερον και το Συντηρητικό Κόμμα κατάφεραν να εκπλήξουν τις δημοσκοπήσεις και την Ευρώπη ολόκληρη επιτυγχάνοντας μια σημαντική νίκη. Επειτα από αρκετά χρόνια βλέπουμε ξανά αυτοδύναμη μια συντηρητική κυβέρνηση στο νησί, με ισχυρό ποσοστό (37%) και έδρες παλιότερων εποχών. Τέλος, την προηγούμενη εβδομάδα διεξήχθη ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών στην Πολωνία, στον οποίο πραγματοποιήθηκε μία ακόμη έκπληξη καθώς πρώτευσε ο συντηρητικός Α. Ντούντα (35%) με δεύτερο τον απερχόμενο φιλελεύθερο πρόεδρο Κομορόφσκι (34%). Φαίνεται λοιπόν πως στην Ευρώπη ο λαϊκισμός βρίσκεται σε υποχώρηση και από το γεγονός αυτό, προς το παρόν τουλάχιστον, επωφελούνται τα κόμματα της κεντροδεξιάς.

Στη χώρα μας η κατάσταση είναι διαφορετική. Σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης, η Ν.Δ. δείχνει να βρίσκεται σε παρακμή. Τα ποσοστά της αυτή τη στιγμή κυμαίνονται κάτω από αυτά των τελευταίων εκλογών, που δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν υψηλά. Επιπλέον, οι πολίτες, ακόμη κι αν έχουν αρνητική εικόνα για τις κυβερνητικές επιδόσεις, δεν πείθονται πως η αντιπολίτευση θα τα κατάφερνε καλύτερα. Το αντίθετο, η πλειοψηφία πιστεύει πως αν στη θέση της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν ο Αντ. Σαμαράς η κατάσταση θα ήταν μάλλον χειρότερη. Οσο για τη δημοτικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτή βρίσκεται χαμηλά.

Πάντως, ούτε οι άλλες εκδοχές της Δεξιάς τα καταφέρνουν καλύτερα. Παρά την προσπάθεια των ΑΝΕΛ του Π. Καμμένου να αποτελέσουν έναν νέο πόλο, τα δημοσκοπικά ευρήματα είναι και γι’ αυτούς, αν όχι απογοητευτικά, πάντως όχι ελπιδοφόρα. Εντέλει, ακόμη κι αν αθροίζαμε τις ψήφους των τριών κομμάτων Ν.Δ., ΑΝΕΛ και Χρυσής Αυγής (αναμφίβολα, αυθαίρετο και μεθοδολογικά προβληματικό) το σύνολό τους αυτή τη στιγμή μετά βίας θα ξεπερνούσε το 30%.

Πού χάθηκαν λοιπόν οι συντηρητικοί ψηφοφόροι και δεν αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις; Το ερώτημα είναι σύνθετο και δεν απαντιέται εύκολα. Είναι εμφανείς πάντως δύο βασικές παράμετροι: η προγραμματική σύγχυση της Ν.Δ. και το ελλειμματικό ηγετικό προφίλ.

Η κεντροδεξιά εξέπεμψε αντιφατικά μηνύματα από την αρχή της κρίσης. Παρότι η Ν.Δ. υπήρξε ο βασικός (και κάποιες φορές ο μόνος) φιλοευρωπαϊκός πολιτικός πόλος της μεταπολίτευσης, από το 2010 υιοθετώντας κατά διαστήματα μια ριζοσπαστική αντιευρωπαϊκή στάση («αντιμνημονιακό μέτωπο»), προκάλεσε σύγχυση στο συντηρητικό ακροατήριο. Η Ν.Δ. πλήρωσε εκλογικά και οργανωτικά τη σύγχυση αυτή με τη δημιουργία των ΑΝΕΛ και την εκλογική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής. Το χειρότερο όμως ήταν ότι συνέβαλε σε μια ιδιότυπη χειραφέτηση και αντιευρωπαϊκή ριζοσπαστικοποίηση των συντηρητικών ψηφοφόρων, υποβιβάζοντας τις διαφορές της φιλοευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς με την Αριστερά προς όφελος του αντιευρωπαϊκού εθνολαϊκισμού και εντέλει του μετα-κομμουνισμού. Γαλουχημένοι έτσι, τα τελευταία χρόνια, αρκετοί ψηφοφόροι της Ν.Δ. δεν είχαν αναστολή να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές ή να υποδεχτούν με χαρά την επικοινωνιακά αδιάλλακτη διαπραγματευτική τακτική της σημερινής κυβέρνησης.

Επιπλέον, η ηγεσία της κεντροδεξιάς δεν κατάφερε να διευρύνει το ακροατήριό της, όπως αρμόζει στα κόμματα εξουσίας, όπου ο ηγέτης αποτιμάται θετικά από περισσότερους πολίτες από όσους τον ψηφίζουν. Σε γενικές γραμμές, σταθερά θετικά αντιμετώπιζαν τον τέως πρωθυπουργό μόνον όσοι υποστήριζαν την κυβέρνησή του, και από αυτούς όχι όλοι. Δυστυχώς για τον Αντ. Σαμαρά, το 19% που είχε λάβει η Ν.Δ. στις εκλογές του Μαΐου του 2012 αποτελεί μέχρι σήμερα το μοναδικό πιστό του ακροατήριο. Με τέτοια περιορισμένη εμβέλεια, όμως, μια ηγεσία είναι καταδικασμένη, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης, όταν οι επιλογές έχουν πολιτικό κόστος.

Και τώρα τι γίνεται; Η Ν.Δ. είναι όντως φθαρμένο προϊόν, που δύσκολα θα ανακάμψει, εκτός κι αν έχουμε δραματικές εθνικές εξελίξεις το προσεχές διάστημα. Δύσκολα μπορούμε, όμως, να φανταστούμε τον κεντροδεξιό χώρο να κινείται μονίμως κατακερματισμένος σε ποσοστά του 25-30%. Είναι εξαιρετικά πιθανό η ελληνική κεντροδεξιά σε βάθος χρόνου να ξαναβρεί τη χαμένη ζωτικότητά της. Αυτό όμως δεν θα γίνει από μόνο του ούτε είναι και νομοτελειακό.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας.