ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Ελληνες και οι σύνοικοί τους λαοί

«Μεγάλωσα σε μια πόλη / με κατοίκους Ελληνες 100%. / Χρειάστηκε καιρός να καταλάβω / τι σήμαινε ακριβώς / πως ο συμμαθητής μου Κάννερ / ήταν Εβραίος / κι ο συναγωνιστής Γρηγόρης στου Ψυρρή / ήταν Αρμένης». Ποια η πόλη, το λέει ο τίτλος του ποιήματος: «Αθήνα προς τα τέλη της Κατοχής». Απεικονίζοντας με λίγες γυμνές λέξεις την πρωτεύουσα σε μια βαριά εποχή, ο Τίτος Πατρίκιος, στη συλλογή «Αντικριστοί καθρέφτες» του 1988, θυμάται κάποιους ανθρώπους της· αφού αυτό είναι οι πόλεις: οι άνθρωποί τους, όχι τα κτίσματα.

Σ’ αυτήν την πόλη του ποιήματος και της Ιστορίας, που αποτελείται 100% από Ελληνες, ο Κάννερ, Εβραίος που, φανταζόμαστε, γεννήθηκε εδώ κι εδώ πάει σχολείο, χαρακτηρίζεται από τον Πατρίκιο (ευθύς εξαρχής και απολύτως δίκαια) Ελληνας. Το ίδιο και ο συμπολεμιστής της ελευθερίας, ο Αρμένης με το ελληνικό όνομα. Αυτό είναι το αυτονόητο για τον ποιητή. Και δεν του χρειάζεται κανένα επιχείρημα για να πείσει ότι δεν είναι λιγότερο Ελληνες οι μη χριστιανοί Ελληνες, ούτε οι Ελληνες με αρμενική –ή όποια άλλη– καταγωγή.

Τα αυτονόητα της ποίησης όμως σπανιότατα είναι και αυτονόητα της κοινωνίας ή της επίσημης πολιτείας, που πορεύονται με βάση το «δίκαιο του αίματος». Και οι «καθαρόαιμοι» Ελληνες –όχι όλοι, πάντως πολλοί, μάλλον οι περισσότεροι– δεν έβλεπαν πάντα με καλό μάτι τους συνοίκους τους λαούς. Ετσι, συνοίκους, τους χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Κοντοσόπουλος στο δοκίμιο «Οι Ελληνες και οι άλλοι», δημοσιευμένο στην «Επετηρίδα του Κέντρου Ερεύνης του Ελληνικού Λαογραφικού Αρχείου» της Ακαδημίας Αθηνών (τόμ. ΚΘ΄-Λ΄, 2004). Γράφει: «Σύνοικοι των Ελλήνων λαοί ή εθνικές / γλωσσικές ομάδες ήσαν και σε πολύ μικρότερα αριθμητικά ποσοστά εξακολουθούν να είναι οι Βλάχοι (Ελληνες “λατινόφωνοι”), οι Αθίγγανοι, οι Εβραίοι, οι Αρβανίτες, οι Αρμένιοι και οι σλαβόφωνοι (Ελληνες εκσλαβισθέντες γλωσσικά). […] Οι Εβραίοι ήσαν και αυτοί [όπως οι Αθίγγανοι] σχεδόν παντού (το μεγαλύτερο ποσοστό στην πόλη της Θεσσαλονίκης). Οι Αρμένιοι, κυρίως πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, εγκατεστάθησαν σε αστικά κέντρα της χώρας».

Οσον αφορά τους Αθίγγανους, και πλέον Ρομά (αλλά πάντα Γύφτους, με την πιο υβριστική χροιά της λέξης), τα βαθύτερα αισθήματα αποκαλύπτει η κυρίαρχη τηλεοπτική εικόνα τους: εκ φύσεως παραβατικοί, απαγωγείς παιδιών, χασισοπότες και εσχάτως δολιοφθορείς της αλυσίδας της ανακύκλωσης, μια και σπεύδουν να μαζέψουν πρώτοι τα αλουμινόκουτα. Για τους Εβραίους, το επεισόδιο της Καβάλας έδειξε πολλά για τη χρόνια δυσανεξία μας απέναντί τους, τάχα επειδή απειλούν να μας «υποκλέψουν» τον τίτλο του «περιούσιου λαού». Η αναβολή την ύστατη στιγμή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου για τους 1.484 Εβραίους Ελληνες της πόλης που στάλθηκαν στους θαλάμους αερίων, προσέβαλε τη μνήμη και των θυμάτων και των πολλών χριστιανών που κινδύνεψαν στην Κατοχή προσπαθώντας να σώσουν Εβραίους συμπατριώτες τους. Και φανέρωσε ότι και τους νόμους του αίματος, μεροληπτικά τους εφαρμόζουμε. Για την Ελλάδα και την ελευθερία έδωσαν το αίμα τους, στα βουνά του πολέμου και της Αντίστασης ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, χιλιάδες Ελληνοεβραίοι, αυτό όμως δεν πείθει τους εθνικούς μας μικροβιολόγους, όσους πολιτεύονται διακινώντας το μύθο ότι «οι Εβραίοι συνωμοτούν μονίμως εναντίον μας».

Για τη μοίρα των εν Ελλάδι Αρμενίων αντλώ από το δοκίμιο «Ο “επαναπατρισμός” των Αρμενίων προσφύγων της Ελλάδας την περίοδο 1920-1948» του Αρμενουί Στεπανιάν, το οποίο αποτελεί τμήμα ενός εξαιρετικού τόμου που εκδόθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας και Εθνογραφίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Δημοκρατίας της Αρμενίας και τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη. Τίτλος του συγγράμματος «Από το Αραράτ στον Ολυμπο: θέματα αρμενικής λαογραφίας». Επιμελητές του ο Μ.Γ. Σέργης, ο Ελ. Κ. Χαρατσίδης και η Γαρυφαλλιά Γ. Θεοδωρίδου.

Γράφει ο Στεπανιάν: «Μεταξύ των ετών 1921-1923 υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν στην Ελλάδα από τη Μ. Ασία περίπου 120 χιλιάδες Αρμένιοι. Μαζί τους μεταφέρθηκαν και χιλιάδες ορφανά Αρμενόπουλα (περίπου 17.520). […] Οι εγκατασταθέντες (όπως όλοι οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής) αντιμετώπισαν προβληματικές συνθήκες διαβίωσης σε παραπήγματα και φτωχικές συνοικίες της περιφέρειας των μεγάλων πόλεων, γι’ αυτόν τον λόγο, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, το 40% εξ αυτών εγκατέλειψε την Ελλάδα με προορισμό άλλες χώρες (Ρουμανία, Βουλγαρία κ.ά.). […] Διάφοροι νόμοι που θέσπισε η ελληνική κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1923 όριζαν ότι όλοι οι ξένοι πρόσφυγες, ανάμεσά τους και οι Αρμένιοι, έπρεπε να εγκαταλείψουν την επαγγελματική τους στέγη. Με λίγα λόγια, έπρεπε να αφήσουν τις εργασίες τους και να μείνουν άνεργοι. Ετσι, πολλοί Αρμένιοι εργάτες σε εργοστάσια, έμποροι, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι παρέδωσαν την επαγγελματική τους ιδιότητα στους Ελληνες ομότυχούς τους πρόσφυγες, που είχαν εκπατρισθεί μαζί από τη Μ. Ασία».

Αν δεχτούμε ότι οι παροιμίες, ακόμα κι αν δεν αποτελούν αναμφίλεκτη επιτομή των αντιλήψεων κάθε λαού για τους άλλους και τον εαυτό του, κάτι δείχνουν για τη νοοτροπία του, θα διαπιστώσουμε, βλέποντας όσες έπλασαν οι Ελληνες για τους τρεις «συνοίκους» του, πόσο παλιό και ριζωμένο είναι το πρόβλημα. «Αρμένην έχεις φίλον; κάλλιον εχθρόν ου θέλεις» αποθησαυρίζει στις «Παροιμίες» του ο Ν.Γ. Πολίτης, δίνοντας μάλιστα μια αμφισβητήσιμη απαλλακτική εξήγηση: «Το γένος των Αρμενίων εδυσφημείτο υπό των Βυζαντινών ως ύπουλον και κακόηθες, τα αίτια δε των κατηγοριών τούτων ουδεμία χρεία παρίσταται ν’ αναζητηθώσιν εις φυλετικόν ανταγωνισμόν, ως φρονεί ο Κρουμβάχερ, αλλ’ ίσως μάλλον εις ακριβείς μακροχρονίους παρατηρήσεις του ήθους και του χαρακτήρος των Αρμενίων». Στο λήμμα «Γύφτος», πάμπολλα τα ευρήματα, όλα τους απαξιωτικά. Ενα μόνο εδώ: «Ο γύφτος κι άγιος να γινεί, πάλι γυφτιάς μυρίζει». Το ίδιο και για τους Εβραίους: «Αλάργα από Βριό κι από σκυλί» («διότι αμφότεροι είναι ακάθαρτοι»).

Ευτυχώς, το λαϊκό πνεύμα, όπως φαίνεται και στα δημοτικά τραγούδια, διασώζει την αυτοκριτική του τιμιότητα και δεν καταντάει φανατικά μονόπλευρο. Δείγμα μια παροιμία του 17ου αιώνα: «Ο Θεός να μας φυλάγει από Σαλονικό Εβραίο, από Αθηναίο Ρωμιό κι από Εγριπιώτη Τούρκο». Δεν θα ’ταν άσχημο να μας διδάξει η αυτοσαρκαστική προθυμία του.