ΑΠΟΨΕΙΣ

Ακροσφαλή παιχνίδια ανυποταξίας

Ο Μιχάλης ήταν 7 χρόνων όταν το ’σκασε για πρώτη φορά από το σπίτι, και συνέχισε να το σκάει περίπου ανά δίμηνο, μέχρι την εφηβεία. Οι γονείς του ζούσαν σε ένα διαρκή εφιάλτη, σε έναν πανικό χωρίς ίαση, σε έναν ανεξέλεγκτο τρόμο για το ενδεχόμενο συναπάντημά του με παιδεραστές, βαποράκια… Το μοναχοπαίδι τους, ύστερα από κάποιες ώρες ή ημέρες, εντοπιζόταν από την αστυνομία. Εγιναν «οικογένεια» με παιδοψυχολόγους και αστυνομικούς, που προσπαθούσαν ν’ αναλύσουν τις «μεθόδους» του προκειμένου να συντομεύσουν τον χρόνο εντοπισμού του, αλλά ο μικρός φυγάς, πολυμήχανος, τους εξέπληττε. Διηγούνταν δακρύβρεχτες ιστορίες σε ανθρώπους που προσφέρονταν να τον βοηθήσουν, κάθε φορά νέες, με έναν και μοναδικό σκοπό: μία ακόμη επίδειξη θάρρους, μία ακόμη παρτίδα σε ένα παιχνίδι ανυποταξίας με διαφορετικούς κάθε φορά, άγνωστους, «συμπαίκτες».

Ο Μιχάλης είναι σίγουρα ακραία περίπτωση, όμως δεκάδες παιδιά κάθε χρόνο το σκάνε από το σπίτι. Φέτος, μόνο μέσα στον Μάιο σημειώθηκαν δέκα εξαφανίσεις ανηλίκων (παγκοσμίως εξαφανίζονται περισσότερα από 2.000 παιδιά την ημέρα). Πιο συνήθεις αιτίες οι τσακωμοί με τους γονείς, η πίεση για διάβασμα, ο έρωτας. Ή ένα διαδικτυακό παιχνίδι, όπως το «Παιχνίδι των 72 ωρών», για το οποίο υπήρξε προειδοποίηση από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Εφηβοι, μέχρι στιγμής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ανταλλάσσουν μηνύματα, προκαλώντας ο ένας τον άλλον να εξαφανιστούν από το σπίτι τους για 72 ώρες. Το «παιχνίδι» ξεκίνησε από τη Γαλλία, με πρώτη εξαφανισθείσα μια 13χρονη, και έχει λάβει διαστάσεις.

Οι «παίκτες», πολλοί. Διότι, τι πιο ηρωικό, περιπετειώδες, εύκολο, για μια ηλικία με ροπή στην ανυπακοή, την παρέκκλιση, που δολιχοδρομεί υπό τις συνεχείς καθημερινές πιέσεις σε ένα περιβάλλον, φυσικό και διαδικτυακό, πανταχόθεν ελεύθερο; Τι πιο ελκυστικό για τους εφήβους, που έχουν μάθει –στην ανοιχτή καταναλωτική κοινωνία– να επεξεργάζονται τις προκλήσεις της καθημερινότητας, το παραστράτημα, την απόκλιση, το αδιέξοδο, την αμηχανία, το δίλημμα, ως ενήλικοι;

Το σκασιαρχείο ήταν πάντα μαγκιά (το πέρασμα σε μια διακεκαυμένη ζώνη όπου όλα πλέον επιτρέπονται, καφές, ποτά, τσιγάρα, ναρκωτικά, προκλητικό ντύσιμο, σεξ), αλλά και «φτύσιμο» της κοινωνίας. Δεν ακούν συνεχώς από τους μεγάλους ότι όλοι είναι υποκριτές, πουλημένοι, διεφθαρμένοι, λαμόγια, αρπακτικά, ότι όλα είναι για πέταμα; Δεν θέλουν να γίνουν δέκτες μιας «φιλοσοφίας», με βάση την οποία όλα είναι αδιέξοδα. Και με τον τρόπο τους απορρίπτουν την πεπατημένη, το «έτσι είναι η ζωή», το βόλεμα, τη σιωπή, την προσαρμογή στα γονεϊκά πλαίσια.

Συνήθως επιστρέφουν ή εντοπίζονται σώοι. Ομως όχι πάντα. Κάτι που αρνούνται οι ίδιοι να υπολογίσουν. Και αν η μόδα των «72 ωρών» παρέλθει, ποτέ δεν θα εκλείψουν οι δυνάμεις που ωθούν τα παιδιά έξω από την οικογενειακή εστία, δηλαδή έξω από το πεπερασμένο, κυνηγώντας το απεριόριστο. Το ζήτημα είναι πώς οι λογικοί ενήλικοι, με τη ζωή εγκατεστημένη στο «αυλάκι», θα μπαζώσουν το χάσμα, θα προσεγγίσουν τη διαφορά, που δύσκολα μοιράζεται.