ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπάλα παίζει και η απληστία

Και καθόλου να μην ενδιαφέρεται κανείς για το ποδόσφαιρο, σίγουρα κάτι θα έχει ακούσει για τον Μέσι και τον Ρονάλντο, για το Τσάμπιονς Λιγκ, για το Μουντιάλ και φυσικά για το Γιούρο, που το κατακτήσαμε πειρατικά μια φορά κι έναν καιρό και έκτοτε μας τρώει η μάταιη νοσταλγία. Εξίσου σίγουρο είναι ότι και ο πλέον αδαής περί τα ποδοσφαιρικά θα ξαφνιάστηκε και θα μπήκε σε σκέψεις πονηρές μαθαίνοντας ότι η FIFA εκχώρησε στο Κατάρ το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022. Στο Κατάρ; Μια χώρα ποδοσφαιρικώς ανυπόληπτη; Και με θερμοκρασίες που απαγορεύουν ακόμα και τη σκέψη για μπάλα;

Κι όμως, στο Κατάρ. Αφού έτσι αποφάσισε η FIFA, υπό τον κ. Σεπ Μπλάτερ βεβαίως. Μια FIFA που αδιαφόρησε (και μάλιστα παγερά, προς εξισορρόπηση προφανώς του καταριανού καύσωνα) όταν ο κόσμος άρχισε να μαθαίνει πως οι μετανάστες που είχαν φτάσει στο Κατάρ, προερχόμενοι κυρίως από το Νεπάλ, για να υλοποιήσουν τις φαραωνικές εμπνεύσεις των διοργανωτών, δούλευαν σε συνθήκες που μπροστά τους οι συνθήκες της όποιας ελληνικής Μανωλάδας φαντάζουν παραδεισένιες. Με παρακρατημένο το διαβατήριό τους, για να μη διανοηθούν να φύγουν, μήπως προλάβουν να σώσουν τη ζωή τους, στριμωγμένοι κατά εικοσάδες σε τσιμεντένιους φούρνους και με νερό ελάχιστο στη διάθεσή τους, να δουλεύουν από ήλιο σε ήλιο. Ωστε να εντυπωσιάζονται με την «πρόοδο των εργασιών» οι επιθεωρητές της FIFA, βλέποντας στάδια σε μορφή αχιβάδας, να δηλώνουν ικανοποιημένοι και να αναχωρούν ποδοσφαιρικώς υπερήφανοι. Ισως και με οικονομικώς εξασφαλισμένο το μέλλον τους.

Το σκάνδαλο-Κατάρ δεν είναι το μοναδικό στην ιστορία της παγκόσμιας ομοσπονδίας που διαχειρίζεται τα του ποδοσφαίρου κερδίζοντας αστρονομικά ποσά, αυτή, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Δεν είναι καν αυτό που οδήγησε στη σύλληψη δεκατεσσάρων ατόμων στη Ζυρίχη, αφού ο φάκελος της διπλής ανάθεσης, σε Ρωσία (για το 2018) και σε Κατάρ, δεν έχει ανοίξει ακόμα. Εννιά συλληφθέντες σχετίζονται με τη FIFA και τις εθνικές ομοσπονδίες της αμερικανικής ηπείρου, και πέντε είναι στελέχη εταιρειών μάρκετινγκ. Ανάμεσά τους ένας Ελληνοκύπριος, γενικός γραμματέας της ομοσπονδίας ποδοσφαίρου των Νήσων Κέιμαν.

Θα παίζουν βέβαια και στα νησιά αυτά των 56.000 κατοίκων μπάλα, δεν μπορεί. Κι ύστερα, τόσοι εκλεκτοί κάθε εθνικότητας έχουν εκεί τις εξωχώριες εταιρείες τους, να τις προστατεύει το κλίμα της Καραϊβικής. Θα μπορούσαν λοιπόν να συγκροτήσουν γερές ποδοσφαιρικές ομάδες -«Υπερπόντια Ελλάς», «Οφ Σορ Σάιπρους», «Κέιμαν ούμπερ άλλες» κ.ο.κ.- και να ανταγωνιστούν σε πρωτάθλημα. Πρέπει πάντως να ομολογήσουμε ότι αυτή τη φορά η παρουσία Ελληνα στο κύκλωμα της διαφθοράς δεν μας επέτρεψε να ξαναπιάσουμε το τροπάριο για τους Ελληνες που θριαμβεύουν όπου κι αν ξενιτευτούν. Και για να καλμάρουμε την αγανάκτησή μας που προδόθηκε το αυτολατρευτικό μας κλισέ, κρεμαστήκαμε από τη βρετανική υπηκοότητα του συλληφθέντος· «αυτή τον χάλασε» είπαμε, και ησυχάσαμε.

Και χωρίς τον επί δεκαεπταετία άρχοντα Σεπ Μπλάτερ ανάμεσά τους (που πρώτα ξανανίκησε σε μάλλον σημαδεμένες εκλογές κι ύστερα παραιτήθηκε), δεν ήταν εύκολο να χωρέσουν δεκατέσσερις άνθρωποι πίσω από το σεντόνι που σήκωσαν φιλότιμα μπροστά τους οι υπάλληλοι του ελβετικού ξενοδοχείου, για να κρύψουν τις πομπές τους. Προέκυψε πάντως έτσι ένα από τα εμβληματικά στιγμιότυπα του τρέχοντος 2015, που θα παίξει σίγουρα τον Δεκέμβρη, στους απολογισμούς της χρονιάς, ίσως υπό τον τίτλο «η λερή σινδόνη». Ενα λευκό σεντόνι να καλύπτει μερικούς από τους ήρωες του μαύρου χρήματος. Τους «άπληστους», όπως χαρακτηρίστηκαν στις πρώτες ανακοινώσεις. Δίχως την απληστία τους (και δίχως ένα-δυο βαθιά λαρύγγια, που για να μετριάσουν την ποινή τους συμφώνησαν να δώσουν πληροφορίες και υλικό), οι αξιότιμοι κύριοι θα παρέμεναν αξιότιμοι. Περίπου όπως κάποιοι αθάνατοι της ΔΟΕ παραμένουν αθάνατοι, κι ας υπάρχουν και γι’ αυτούς υπόνοιες ή ενδείξεις.

Οποιον κατάλογο των εφτά θανάσιμων αμαρτημάτων κι αν δούμε, η απληστία και ο δαίμονάς της, ο Μαμμωνάς, βρίσκονται πάντοτε ανάμεσά τους. Η αχορταγιά. Η βουλιμία. Η πλεονεξία. Δεν τη συναντάμε φυσικά μόνο στην ποδοσφαιρική ήπειρο, την αθλητική γενικότερα. Ισα ίσα. Η απληστία είναι το κρυφό όνομα της Ισχύος. Είναι η πιστή μετάφραση της δύναμης, η αυταδέλφη της. Το επιβεβαιώνουν αναρίθμητα περιστατικά όπου γης και κάθε εποχής. Το φανερώνει ο κτηνώδης κυνισμός των γκόλντεν μπόις, που δεν διστάζουν να διαλύσουν χώρες και λαούς για λίγα παραπάνω εκατομμύρια. Και το δίδαξαν με τον απλό, γυμνό τρόπο τους οι «Δραχμάνες γυμνοσοφισταί» στον βασιλέα των (γήινων) βασιλέων, τον Μεγαλέξανδρο, λίγο μετά τη νίκη του επί του Πώρου, σε μια συνάντηση εξόχως συμβολική.

Στη «Διήγηση του Αλεξάνδρου» ή «Ριμάδα», την έμμετρη ομοιοκατάληκτη διασκευή του «Μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου», το οποίο αποδιδόταν εσφαλμένα στον Καλλισθένη, στιχουργείται η συνάντηση της Ελλάδας με το πνεύμα της Ανατολής. Ο επελαύνων Αλέξανδρος δεν σκόπευε βέβαια να πολεμήσει τους Βραχμάνες, «διότις ήσανε γυμνοί, δεν είχε τι τους ποίσει». Επειδή όμως αυτοί ήταν «σοφοί μεγάλοι, / εις της σοφιάς το μάθημα ουδέν ηυρίσκοντ’ άλλοι» και ο ίδιος φιλοπερίεργος και φιλομαθής, σκέφτηκε ώριμα και ζήτησε να τους συναντήσει, για να ωφεληθεί από τη σοφία τους. Ρωτάει ο Μακεδόνας, απαντούν οι Ινδοί, σε έναν διάλογο που αναδεικνύει αμερόληπτα τις πολιτισμικές διαφορές. Και φτάνουμε κάποια στιγμή στο κρίσιμο ερώτημα: «Και πάλι τους ερώτησε: “Το τι έναι βασιλεία;” / Εκείνοι αποκρίθηκαν: “Εναι πλεονεξία”». Δεν θύμωσε μολαταύτα ο βασιλιάς και, πριν τους αποχαιρετήσει, «είπε τους, ό,τι θέλουσι καθένας, να πληρώνει».

Οι γυμνοσοφιστές, βασιζόμενοι προφανώς στην πείρα τους, εξισώνουν τη βασιλεία με την πλεονεξία. Δεν είναι όμως υποχρεωτικό να μεταφράζεται η εξουσία σε απληστία. Δεν είναι νόμος της ιστορίας ή της φύσης (της ανθρώπινης φύσης εν προκειμένω). Αρκετοί με εξουσία στα χέρια τους κατάφεραν και τη φθορά να αντιμετωπίσουν και από τα δοσίματα της διαφθοράς να μη σαγηνευτούν. Θα υπάρχουν και στην ποδοσφαιρική ήπειρο τέτοιοι άνθρωποι, της προσφοράς, άτρωτοι στις μίζες, όσο μεγάλες. Δεν είναι όμως τέτοιας πάστας όσοι διοικούν σήμερα το ποδόσφαιρο. Αυτοί, από το να δίνουν συνεχώς μαθήματα ηθικής στους άλλους (και στους Ελληνες, στην υπόθεση του αθλητικού νομοσχεδίου), δεν είχαν χρόνο να τηρήσουν τις ίδιες τις διδαχές τους. Ωσπου έσκασε η μπάλα. Και πετάχτηκαν από μέσα τα λερωμένα, τ’ άπλυτα.