ΑΠΟΨΕΙΣ

Το γαρ πολύ της συγχύσεως…

​To κουβάρι τυλίγεται γύρω μας. Δεν είμαστε αδιάφοροι παρατηρητές του, απέναντί του, μακριά του, ασφαλισμένοι από την απόσταση. Οσα συμβαίνουν στο πολύμηνο πεδίο των διαπραγματεύσεων, όσα λέγονται και ξελέγονται, όσα γράφονται και διαγράφονται, όσα αναγγέλλονται σαν τελεσίδικα για να αναιρεθούν σε δύο ώρες, αφορούν τη ζωή μας, ατομική και συλλογική, παρούσα και μελλοντική. Είμαστε λοιπόν στο κέντρο του κουβαριού, στον πυρήνα του, και τα νήματα μας περισφίγγουν, γίνονται δεσμά. Ο παραμυθητικός μίτος της καλοσυνάτης, ερωτικής Αριάδνης δεν ισχύει στην περίπτωσή μας.

Είναι στα όρια του μαρτυρίου αυτό που συμβαίνει καιρό τώρα, τουλάχιστον για όσους τυχαίνει να μην έχουν λύσει το βιοτικό τους πρόβλημα, εκ κληρονομίας ή με όποιον άλλον πρόσφορο τρόπο. Ο καθένας χωριστά, αμήχανος, μπορεί και φοβισμένος, παρακολουθεί τον κυκλώνα από μέσα προς τα έξω, σαν μέρος του, μια κουκκιδίτσα ή ένα σκουπιδάκι του. Και όλοι μαζί, μπερδεμένοι, σκοτισμένοι, μπαϊλντισμένοι, τσακιζόμαστε από τις αλλεπάλληλες «τελικές ημερομηνίες», από τα απανωτά τελεσίγραφα, που τελικά αποδεικνύονται δοκιμαστικά, σαν τεστ των διαθέσεων και των αντοχών μας.

Ο κίνδυνος είναι να καταντήσουμε θύματα ενός μιθριδατισμού νέου τύπου, όχι σαν εκείνον που μάθαμε στο σχολείο. Οχι σαν αποφασισμένοι σχεδιαστές του δηλαδή, που καταπίνουμε εκουσίως μια μικρή δόση δηλητηρίου κάθε τόσο, για προληπτικούς λόγους, ώστε να αποκτήσουμε αντοχή στο φαρμάκι. Αλλά σαν εξαναγκασμένοι χρήστες του δηλητηρίου, που άλλοι το ετοιμάζουν και μας το κερνούν, ώσπου κάποια στιγμή να μη νιώθουμε τίποτε και τίποτα να μη σκεφτόμαστε· ούτε καν τις εκλογές του Ιανουαρίου, με τις οποίες είπαμε αυτό που θέλαμε να πούμε. Ωσπου δηλαδή να περιπέσουμε εξουθενωμένοι σε κάποιας μορφής νάρκη, στην αδιαφορία για ό,τι χειρότερο ενδέχεται να μας συμβεί. Οταν σε τσακίζει η μεθοδευμένη εκκρεμότητα, τότε φωνάζεις «φτάνει πια». Η κραυγή σου αυτή όμως έχει πια τον τόνο της παραίτησης, όχι της απαίτησης που είχε ώς λίγο πριν.

Ποια τα νήματα του κουβαριού που μας περιέχει όλο και πιο πνιγηρά; Πολλά και πολύχρωμα. Καταρχάς, νήματα είναι τα ίδια μας τα αισθήματα και οι πληροφορίες που μας δίνουν. Και ποια άλλη βαρύτερη πληροφορία από την αστάθεια των ίδιων των αισθημάτων μας. Από το διαρκές πηγαινέλα, το ασταμάτητο πάνω-κάτω. Πριν προλάβουμε να μοιραστούμε στο τηλέφωνο με τον επίσης εν αγωνία και συγχύσει φίλο μια κάποια ανακούφιση, έρχεται είδηση πάνω στην είδηση από την ανοιχτή τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Είδηση φρέσκια, ολοκαίνουργη, συνήθως από την πλευρά του κ. Σόιμπλε και των πολιτικών ακολούθων του ή όλων εκείνων που δεν βαριούνται να ’ρχονται και να ξανάρχονται «ντυμένοι φίλοι», για να μας νουθετήσουν, μετασκευάζοντας σε παγίδα την εμπιστοσύνη που από αφέλεια ή αγωνία τούς δείχνουμε. Είδηση που μας κλονίζει, μας λυγίζει, μας γυρνάει στη στενοχώρια και στο άγχος. Ακόμα και στην ψυχική κατατονία, που είναι το χειρότερο απ’ όλα τα ενδεχόμενα.

Οι ειδήσεις λοιπόν. Οι πληροφορίες από τους αναρίθμητους πομπούς, επίσημους και ανεπίσημους, διεθνείς και τοπικούς, νομότυπους και πειρατικούς, επώνυμους και ανώνυμους ή ψευδώνυμους. Πληροφορίες που με την ακαριαία μετάδοσή τους αποδεικνύουν πόσο βαθιά περιφρονούν τα εμπόδια του χρόνου και τα σύνορα του χώρου. Οι πομποί τους όμως περιφρονούν και κάτι ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις: την υποχρέωση της επιμελούς διασταύρωσης, της κρησάρας, του αυστηρού ελέγχου. Η σύγχυσή μας σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στο γεγονός ότι στην επικοινωνιακή αγορά εισέρχονται με την ίδια σφραγίδα, τη σφραγίδα τη σοβαρότητας, οι φήμες και οι εξακριβωμένες ειδήσεις· οι κακοήθεις διαρροές και οι διαπιστωμένα έγκυρες πληροφορίες· τα προπαγανδιστικά κατασκευάσματα (ακόμα και τα πιο κραυγαλέα) και τα πιστοποιημένα νέα.

Αίφνης, οι κίτρινες εφημερίδες της Γερμανίας και της Αγγλίας αντιμετωπίζονται σαν εξίσου σοβαρές και έγκριτες με φύλλα που έχουν βέβαια κι αυτά τη μεροληψία τους, έχουν όμως και τη μακρά ιστορία τους στην υπηρεσία ενός ποιοτικού δημοσιογραφικού μοντέλου. Επειτα, γαλλικές, αγγλικές ή γερμανικές γελοιογραφίες, που έχουν τη δική τους λοξή ματιά όπως ξέρουμε και μιλούν την ιδιαίτερη γλώσσα τους, παρουσιάζονται όχι σαν πλάγιες χιουμοριστικές αναγνώσεις των πραγμάτων, αλλά σαν αυστηρές οικονομικές ή πολιτικές αναλύσεις. Επιπλέον, η ακριτομυθία κάποιου δευτεροκλασάτου αξιωματούχου των Βρυξελλών προβάλλεται με θρησκευτικό δέος, σαν ισότιμη με την επίσημη και δεσμευτική απόφαση της μιας ή της άλλης κυβέρνησης. Η υπόθεση ότι ο καλός αξιωματούχος μας μπορεί να μην είναι κάποιος ουδέτερος, αμερόληπτος τεχνοκράτης αλλά να έχει κι αυτός μια κάποια ιδεολογία, που όσο να ’ναι τον επηρεάζει· ή, ακόμα χειρότερα, ότι μπορεί να διεκπεραιώνει σαν λομπίστας την κρυφή αποστολή του, δεν μας περνάει από το μυαλό. Ή, κι αν ακόμα τύχει να μας περάσει, τη λογοκρίνουμε πάραυτα, εάν οι εκμυστηρεύσεις του εξυπηρετούν και τους δικούς μας άδηλους σχεδιασμούς,μιντιακούς, οικονομικούς και πολιτικούς.

Πόσες λοιπόν από τις ειδήσεις είναι όντως ειδήσεις; Πόσες μπορούμε να εμπιστευτούμε χωρίς τον κίνδυνο της παραπλάνησης, εσκεμμένης ή τυχαίας; ΄Η, με κάπως διαφορετικά λόγια: Είναι εσκεμμένη ή τυχαία η οιονεί σαδιστική επιμονή αρκετών ημεδαπών Μέσων στην άνευ ενδοιασμών ανάδειξη και στη βροντόφωνη αναμετάδοση κάθε «νέου» από το εξωτερικό που έχει γκρίζο, αρνητικό, καταδικαστικό περιεχόμενο για την Ελλάδα, συχνά δε και άκρως ειρωνικό; Και είναι τα δημοσιογραφικά κριτήρια και μόνον εκείνα που αποφασίζουν την υποτίμηση ή και τον ενταφιασμό σχεδόν κάθε άποψης, πάντα του εξωτερικού, που επιτιμά τους πιστωτές, αμφισβητεί την ευρωπαϊκότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως τώρα υπάρχει και πολιτεύεται, και ψέγει τη γερμανόπνευστη συμπεριφορά της;

Δεν μιλάω για συνωμοσίες. Αλλά για αντίπαλα συμφέροντα, κρατικά και ταξικά, για συγκρουόμενες πολιτικές αντιλήψεις και αλληλοεχθρευόμενες ιδεολογίες. Και προφανώς, πολιτικό και ιδεολογικό πλάσμα είναι και κάθε δημοσιογράφος, και κάθε δήθεν ουδέτερος τεχνοκράτης. Οπως και οι οικονομολόγοι. Που θα ήθελαν να πιστέψουμε πως οι απόψεις τους απορρέουν από την καθαρή επιστήμη τους και μόνο, άλλο δηλώνουν όμως οι σφόδρα αντίθετες εξηγήσεις και προτάσεις τους για το ίδιο ακριβώς θέμα. Να παρηγορηθούμε λέγοντας ότι βρίσκονται και αυτοί σε σύγχυση, όπως εμείς; Δεν βοηθάει. Αλλο να τελείς εν συγχύσει διαχειριζόμενος αριθμούς και άλλο να νιώθεις αριθμός.