ΑΠΟΨΕΙΣ

Μαζί μας ή με τους δανειστές; Ενα λάθος ερώτημα

Ο​​ταν ένα από τα δεκάδες ευτράπελα που συμβαίνουν καθημερινά στον λεγόμενο δημόσιο βίο και, φυσικά, με τόσα σοβαρότερα να μας απασχολούν, τα προσπερνάμε. Η Θεανώ Φωτίου του ΣΥΡΙΖΑ ή, καλύτερα, κυρία Φωτίου (διότι θυμίζει εκπληκτικά τις δασκάλες του Δημοτικού που θυμάμαι εγώ και τις οποίες στην εποχή μου προσφωνούσαμε κυρίες – σήμερα θα τις προσφωνούν συντρόφισσες, υποθέτω…) αρπάχτηκε με τον Γρηγόρη Ψαριανό του «Ποταμιού» μέσα στο στούντιο μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Περιττεύει να επαναλάβω εδώ τα όσα γλαφυρά διημείφθησαν μεταξύ τους, αρκεί πάντως να σας πω ότι έγινε, κυριολεκτικά, του Μπέου.

Εκείνο όμως που είχε σημασία στο απερίγραπτο ξεκατίνιασμα ήταν η αφορμή του: ότι, συγκεκριμένα, η κυρία Φωτίου τόλμησε να απευθύνει προς τον Γ. Ψαριανό την κατηγορία ότι είναι «με τους δανειστές». Από την ένταση της οργής του, προσωπικώς έμεινα με την εντύπωση ότι θα προτιμούσε η κυρία Φωτίου να του είχε πει κάτι προσβλητικό για την οικογένειά του (που λέει ο λόγος), παρά για τα φρονήματά του έναντι των δανειστών.

Ως χαρακτήρας, ο Γρ. Ψαριανός είναι αψύς και προέρχεται, πολιτικά, από το μοιραίο και στις μέρες μας αδίκως εξιδανικευμένο ΚΚΕ Εσωτερικού. (Μοιραίο, διότι, εν αντιθέσει με το φοβικό και περίκλειστο ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσ. ήταν αυτό που νομιμοποίησε στη συνείδηση του κόσμου την αντίφαση ότι μπορεί σε ένα άτομο να συνυπάρχει η πίστη στη μαρξιστική ιδεολογία και ταυτόχρονα η απαίτηση να απολαμβάνει αγαθά που μόνο ο καπιταλισμός μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο – αντίφαση, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματός μας σήμερα.) Παρ’ όλα αυτά, είναι προς τιμήν του ανθρώπου ότι, εν αντιθέσει με τέως συντρόφους του που βρίσκονται σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ, ο Ψαριανός δεν έχασε την επαφή του με την πραγματικότητα και το απέδειξε με τη σταδιακή μετακίνησή του προς το κέντρο του πολιτικού φάσματος. Εντούτοις, ο λόγος για τον οποίο βρήκε την «κατηγορία» τόσο προσβλητική ώστε να εκραγεί είναι, για μένα, ακατανόητος.

Είναι κακό να είσαι με τους δανειστές; Κατά τη γνώμη μου, κάθε άλλο! Διότι ποιοι είναι, τέλος πάντων, οι περιβόητοι δανειστές; Κατά κύριο λόγο, είναι οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και, αν μας δάνεισαν –ακόμη και εκείνοι από τους οποίους δεν περισσεύουν–, το έκαναν επειδή ουδείς άλλος ήταν διατεθειμένος να μας δανείσει. Ηταν δε απαραίτητο να συμβεί αυτό, διότι το κράτος (όχι οι τράπεζες) είχε στην πραγματικότητα χρεοκοπήσει και, χωρίς τα δάνεια που μας έδωσαν, δεν θα μπορούσε να καταβάλει μισθούς και συντάξεις. Είμαι βέβαιος ότι ώς εδώ δεν πρέπει να υπάρχει αντίρρηση ούτε από εκείνους που σήμερα βρίζουν τους δανειστές – και είμαι βέβαιος, επειδή και αυτοί, ως κυβέρνηση πλέον, να δανειστούν επιδιώκουν.

Το πρόβλημα δημιουργείται με το λεγόμενο Μνημόνιο. Διότι οι εταίροι-δανειστές δεν μας δάνεισαν για να πετάξουμε τα λεφτά τους στις μαύρες τρύπες της οικονομίας μας. Μας δάνεισαν για να συνεχίζουμε να λειτουργούμε ως κράτος, ώστε εν τω μεταξύ να συμμαζέψουμε τις σπατάλες, να αντιμετωπίσουμε τη διαφθορά (π.χ., οι τυφλοί της Λευκάδας…) και να εκσυγχρονίσουμε την οικονομία για να γίνει, επιτέλους, παραγωγική και ανταγωνιστική. Ηταν δε λογικό από κάθε άποψη να τεθεί το ζήτημα σε αυτήν τη βάση, διότι κανείς δεν πετάει τα λεφτά του στον δρόμο – πολύ περισσότερο, αν σώνει και καλά θέλει να τα πετάξει, δεν τα δίνει σε κάποιον άλλον για να το κάνει, αφού μπορεί και μόνος του.

Επειδή πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό σε όλους ότι εμείς αυτοβούλως δεν υπήρχε περίπτωση να θίξουμε τίποτε από το σάπιο σύστημα, για το οποίο ήμαστε και περήφανοι, ανέλαβαν να το κάνουν εκείνοι για εμάς, συναρτώντας την εκταμίευση των δανείων με την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων, σε μία συμφωνία που ονομάστηκε Μνημόνιο. Εξαρχής, η συμφωνία αντιμετωπίστηκε –στην καλύτερη περίπτωση– με αμφιθυμία εκ μέρους εκείνων που ανέλαβαν να την υλοποιήσουν. Και ήταν αναμενόμενο ότι θα συνέβαινε, αφού το ΠΑΣΟΚ (πρωτίστως), αλλά και η Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή, είχαν δημιουργήσει το κράτος που χρεοκόπησε. Δυστυχώς, αυτή η αμφιθυμία έκτοτε έδωσε τον τόνο και στη διαπραγμάτευση και στις απόψεις που διαμορφώθηκαν και εμπεδώθηκαν στην κοινωνία.

Η απουσία ξεκάθαρης στήριξης προς τη συμφωνία από εκείνους που ανέλαβαν να την εφαρμόσουν ως αναγκαίο κακό, καθώς και η απουσία σαφούς και ολοκληρωμένης εξήγησης (ή αφήγησης, όπως μάθαμε να τη λέμε) συνέβαλαν ώστε να βρισκόμαστε στη σημερινή δεινή θέση. Να έχουμε, δηλαδή, μια κυβέρνηση στην οποία ψυχωτικοί κρατούν καίριες θέσεις (έχουμε λ.χ. περιπτώσεις βαρέος ναρκισσισμού, παρανοειδούς διαταραχής προσωπικότητος, μαρξιστικών φαντασιώσεων κ.ά.) και να βρισκόμαστε σε μια διαπραγμάτευση που διεξάγεται από πλευράς μας με απροκάλυπτα εχθρική διάθεση.

Η περίπτωση του Γρ. Ψαριανού δεν είναι βέβαια αντιπροσωπευτική, διότι ως προσωπικότητα δεν είναι ένας ακόμη συνηθισμένος τύπος. Ομως, ακριβώς επειδή από τότε που ήταν στη ΔΗΜΑΡ (ζωή σ’ εμάς…) έχει καλύψει μεγάλο μέρος της απόστασης που τον χώριζε από την πραγματικότητα, η αντίφαση της στάσης του προβάλλει καθαρότερα, όταν γίνεται έξω φρενών επειδή μια οποιαδήποτε κυρία Φωτίου τον κατηγορεί ότι είναι με τους δανειστές. Μα κάθε λογικός άνθρωπος, εφόσον αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, κάθε Ελληνας που αισθάνεται Ευρωπαίος και θέλει τη χώρα του ευρωπαϊκή, δεν μπορεί παρά να είναι με τους δανειστές. Πού βρίσκεται το κακό;

Η εχθρότητα προς τους δανειστές είναι πρόβλημα γνωστικό και ψυχολογικό. Το μεν πρώτο αντιμετωπίζεται, εφόσον κάποιος θέλει να το αντιμετωπίσει. Δεν έχει παρά να διαβάσει, να ακούσει, να ενημερωθεί, να μάθει. Το ψυχολογικό, όμως, δεν παλεύεται με τίποτα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κριστίν Λαγκάρντ ευχήθηκε την επόμενη φορά η συζήτηση να γίνει με «ενήλικες». Πολύ αμφιβάλλω όμως. Γίνεται ο Βαρουφάκης να ενηλικιωθεί μέσα σε δυο-τρεις μέρες;