ΑΠΟΨΕΙΣ

Στη δεξαμενή τού «όχι»

​Από τον προσωπικό λογαριασμό του στο facebook, ο Πύρρος Δήμας έστειλε το ακόλουθο μήνυμα: «Δέχομαι κριτική για το γεγονός ότι επιλέγω να είμαι ανοικτός ως προς το τι πιστεύω (και ναι, κυρίες και κύριοι, αυτό είναι δημοκρατία). Μου είπανε ότι είμαι Αλβανός και δεν έχω το δικαίωμα να μιλάω. Εγώ πράγματι μεγάλωσα στην Αλβανία. Και επειδή έζησα ό,τι γινόταν εκεί, αρνούμαι την αλβανοποίηση στην οποία οδηγείται η ελληνική κοινωνία. Αρνούμαι τα παιδιά μας να στέκονται σε ουρές για 1 κιλό τυρί ή 10 αυγά ή 60 γραμμάρια κιμά (αμφιβόλου προελεύσεως) κάθε μήνα με ένα κουπόνι στο χέρι, όπως στάθηκα εγώ. Αρνούμαι να μεγαλώσουν με έναν Χότζα πάνω απ’ το κεφάλι τους και τον φόβο στην ψυχή τους. Επειδή, ευτυχώς, οι περισσότεροι από εσάς που με βρίζετε για προδοσίες και άλλου τέτοιου είδους ακρότητες δεν το έχετε ζήσει, ελπίζω να το φαντάζεστε αλλά να μην το ζήσετε ποτέ».

Περιττεύει να αναπαράγουμε ότι το σημείωμα του Πύρρου Δήμα, ειλικρινές, άμεσο και, κυρίως, βιωματικό, προκάλεσε όχι μόνο συγκίνηση, σε όσους μπορούν να «διαβάσουν» ακόμη νηφάλια την πραγματικότητα γύρω μας, αλλά και οργή, σε όσους αντιλαμβάνονται την «αλβανοποίηση» της Ελλάδας ως… διέξοδο από την κρίση.

Ο γεννημένος στη Χειμάρρα, από Ελληνες γονείς, χρυσός Ολυμπιονίκης (τρεις φορές) και πρώην βουλευτής Επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ, γνωρίζει πολύ καλά για τι μιλάει. Οταν λέει «κουπόνι» και «φόβος», τα εννοεί γιατί έχουν αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο σε όλες τις αισθήσεις του.

Ο Πύρρος Δήμας επέλεξε να έρθει κι αυτός στη χώρα μας, με δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες του, τέλη της δεκαετίας του ’80 αρχές του ’90, όχι μόνο γιατί είχε Ελληνες γονείς, αλλά γιατί αναζητούσε την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Εργάστηκε σκληρά, διακρίθηκε.

Μέσα στην πενταετία της κρίσης, περίπου 200.000 νέοι, φοιτητές και επιστήμονες, σκόρπισαν σε διάφορες χώρες, της Ευρώπης κυρίως, για σπουδές και σαφώς καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Στην Ευρώπη, την οποία η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αντιμετώπιζε ανέκαθεν σαν αναγκαίο κακό (κάτι σαν μουρουνέλαιο) και τον τελευταίο καιρό με εμφανή επιθετικότητα και αποστροφή, κατέφυγαν (ίσως όχι όλοι σε ιδανικές συνθήκες –αλλά και πού είναι αυτές;) δεκάδες χιλιάδες Ελληνες. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και όσους νέους είναι μεν εδώ αλλά ετοιμάζουν τις αποσκευές τους, στο άμεσο ή στο έμμεσο μέλλον, για το εξωτερικό.

Μια νέα γενιά με δεξιότητες, ξένες γλώσσες, ευρωπαϊκό προσανατολισμό, που θα έπρεπε να μάχεται σκληρά όχι μόνο για να συντηρήσει αλλά και για να ενισχύσει τις γέφυρες με την Ευρώπη, εμφανίζεται θυμωμένη, με καταγγελτική διάθεση, αποτελώντας τη δεξαμενή ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ και του «όχι». Μια γενιά που δεν γνώρισε καμιά στέρηση, απολαμβάνοντας, πληθωρικά, αγαθά και παροχές. Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ιδεολογία της εκπαίδευσης, που αναπτύχθηκε κυρίως στα ΑΕΙ. Εκεί όπου η ρητορεία υπέρ της Ευρώπης κατασκεύαζε μια «φαντασιακή» ήπειρο, από την οποία έρεε άφθονο χρήμα στην ελληνική οικονομία, αλλά την ίδια στιγμή ευθυνόταν για τον πιο στυγνό καπιταλισμό.

Υπερίσχυε η εύκολη κριτική για τη διαφθορά, την εκμετάλλευση, τον νεποτισμό, δημιουργώντας το υπόστρωμα μιας συνείδησης, που ήταν ένα από τα θεμέλια του εθνολαϊκισμού: για την ελληνική παθογένεια και, τα τελευταία χρόνια, για τη συντριπτική ανεργία, ευθύνεται ένα υπερεθνικό κέντρο, που δεν είναι άλλο από την Ευρώπη. Και τώρα, σε συνθήκες κρίσης, κορυφώθηκε ένας οργανωμένα αντιευρωπαϊκός, εθνολαϊκισμός, ένα μοντέλο που θέλει μόνο να απολαμβάνει τα αγαθά της Ευρώπης χωρίς να πειθαρχεί στους κανόνες της.