ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια «καταγγελία» και δύο «μυστικά» από το ΔΝΤ

Το ζήτημα του ελληνικού χρέους πρέπει να αντιμετωπιστεί σύντομα, ριζικά και, κυρίως, πειστικά και οριστικά. Μετά την επιζητούμενη λύση, η Ελλάδα θα αφεθεί να ξαναβρεί τον δρόμο των ανοικτών αγορών κεφαλαίου με τις δικές της δυνάμεις.

Η διπλή δημόσια παρέμβαση του ΔΝΤ, όσο κι αν ενόχλησε το Βερολίνο, έθεσε το πραγματικό ερώτημα. «Για να μπορούμε να κρίνουμε με τρόπο αυστηρό, αλλά αντικειμενικό, τις επιδόσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, πρέπει να εξουδετερώσουμε την αρνητική επίπτωση του χρέους», είναι η διατύπωση στελέχους του επιτελείου μεγάλου κράτους που πήρε πάνω του την τελευταία φάση των συζητήσεων. Την άποψη αυτή δέχονται τώρα όλες οι ευρωπρωτεύουσες.

Η αποκάλυψη, που έγινε μεσούσης της καμπάνιας για το δημοψήφισμα, ήταν ότι το ελληνικό χρέος δεν θεωρείτο πλέον βιώσιμο, επειδή επί ένα ολόκληρο έτος οι δύο ελληνικές κυβερνήσεις αύξησαν τις χρηματοδοτικές ανάγκες, με τις παραλείψεις τους, κατά περίπου 60 δισ. ευρώ. Η νέα έξαρση χρέους οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό στη ζημιά που έχει προκληθεί στο τραπεζικό σύστημα από την καθυστέρηση επειγουσών αποφάσεων σε ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, την απώλεια της εμπιστοσύνης των καταθετών και, τελικά, το κλείσιμο των τραπεζών μαζί με τους ελέγχους διακίνησης των κεφαλαίων.

Στην παρέμβαση του Ταμείου υπάρχει μια μεγάλη «καταγγελία» αλλά και ένα διπλό «μυστικό». Το ένα «μυστικό», σημαντικό, είναι ότι το Ταμείο εγκαταλείπει πλέον το κριτήριο της αναλογίας «Χρέος προς ΑΕΠ» και υιοθετεί το νέο μέτρο της «Εξέλιξης των Χρηματοδοτικών Αναγκών». Η διαφορά δεν είναι απλώς τεχνική.

Το δεύτερο «μυστικό» αφορά τον υπολογισμό του χρέους που θα αναδιαρθρωθεί. Ολοι (ή σχεδόν όλοι…) συμφωνούν ότι πρέπει να περάσουμε σε εντελώς νέα προσέγγιση. Ολόκληρος ο δανεισμός από τη στιγμή που η Ελλάδα εκδιώχθηκε από τις αγορές, δηλαδή τα διακρατικά δάνεια του πρώτου μνημονίου, τα κεφάλαια του ΔΝΤ και εκείνα του ESM (τα αρχικά αλλά και τα νεότερα που μόλις ζητήσαμε) πρέπει να συνυπολογιστούν στο τραπέζι της νέας μεγάλης Ρύθμισης του ελληνικού χρέους.

Το Ταμείο συζητά μια νέα συμφωνία, η οποία θα αναδιοργανώσει το χρέος σε ορίζοντα 60 ετών, με αρχική περίοδο χάριτος 30 ετών. Υπάρχουν βεβαίως και άλλες λύσεις, που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Μεταξύ αυτών μπορεί να είναι μια ευμεγέθης δωρεάν επιχορήγηση του ελληνικού κράτους, ή και η χαριστική διαγραφή μέρους των δανείων.

Ανεξαρτήτως των τεχνικών που τελικώς θα επιλεγούν, το σημαντικό είναι ότι βρισκόμαστε πιο κοντά παρά ποτέ στην κοινή αντίληψη ότι η Ελλάδα πρέπει να απαλλαγεί οριστικά από τα ερωτηματικά που προκαλεί στις αγορές η ικανότητα του κράτους να εξυπηρετήσει το χρέος. Μετά τη Ρύθμιση, η Ελλάδα θα μείνει «μόνη της» με τα όποια προβλήματα μπορεί να προκαλούν οι φαύλες επιλογές των κυβερνήσεών της, είναι το επιχείρημα για μια γρήγορη, έως τον Οκτώβριο, λύση.