ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί του μη δειν δανείζεσθαι…

Ο ​​​​δ’ άπαξ ενειληθείς μένει χρεώστης διά παντός, άλλον εξ άλλου μεταλαμβάνων αναβάτην, ώσπερ ίππος εγχαλινωθείς». Τα λόγια είναι του Πλούταρχου, από ένα σύγγραμμα των «Ηθικών» του με τον τίτλο «Περί του μη δειν δανείζεσθαι» – γιατί δεν πρέπει να δανειζόμαστε. Μέσα από την καθαρή εικόνα του αλόγου που από τη στιγμή που το τιθασεύουν και του φορούν χαλινάρι χάνει οριστικά την ελευθερία του και απλώς αλλάζει κάθε τόσο καβαλάρη, ο Πλούταρχος θέλει να δείξει ότι ίδια είναι η μοίρα κι όποιου δανείζεται: «Οποιος μπλέξει μια φορά, μένει διά παντός χρεώστης, αλλάζοντας τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον, σαν άλογο που του πέρασαν χαλινάρι».

Μα δεν υπάρχει αποπληρωμή; Απόσβεση; Διαφυγή; Η αρνητική απάντηση του Πλούταρχου ακούγεται ίσως απόλυτη. Η πείρα μας όμως, πλουσιότερη κατά δύο χιλιετίες από την πλουταρχική και φορτωμένη με πάμπολλες νέου είδους πληροφορίες, όσες πρόσθεσε η εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων, μπορεί να επιβεβαιώσει αυτό που σε πρώτη ματιά φαντάζει αφοριστικό. Η αλήθεια είναι ότι το σύντομο κείμενο του Βοιωτού φιλοσόφου και ιστορικού αφορά τα δάνεια ιδιωτών, όχι κρατών. Μολαταύτα διατηρεί ακέραιη την παραινετική αξία του, αποτυπωμένη ήδη στον τίτλο και ενισχυμένη από τις ανεκδοτολογικές μικροϊστορίες και τους στίχους που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, κατά την πάγια συνήθειά του, για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του, προσφέροντάς τους ιστορικό εύρος και ηθικό βάθος. Μαθαίνουμε έτσι, συν τοις άλλοις, πως οι Πέρσες θεωρούσαν το ψέμα δεύτερο ανάμεσα στα παραπτώματα (τα «αμαρτήματα»), αφού ως πρώτο υπολόγιζαν το να χρωστάς. Κι ακόμα πως η Αρτεμις η εν Εφέσω προσέφερε στους οφειλέτες άσυλο και απαλλαγή από τα χρέη («ασυλίαν και άδειαν από των δανείων»), αν κατέφευγαν στο ιερό της. Καταραμένε Ηρόστρατε…

Η χαρακτηριστικότερη φράση του κειμένου, πάντως, δεν είναι δανεική. Είναι του ίδιου του Πλούταρχου και αποτελεί παραποίηση μιας παροιμίας, που τη συναντάμε και στους «Ιππής» του Αριστοφάνη, ως μέρος χρησμού. Παραθέτω: «Λέγεται μεν παρά Μεσσηνίοις “έστι Πύλος προ Πύλοιο, Πύλος γε μεν έστι και άλλος”· λεχθήσεται δε προς τους δανειστάς: έστι τόκος προ τόκοιο, τόκος γε μεν έστι και άλλος”». Δηλαδή: «Λένε οι Μεσσήνιοι: “Υπάρχει Πύλος πριν από την Πύλο, και υπάρχει κι άλλη Πύλος ακόμα”. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε στους δανειστές: “Υπάρχει τόκος πριν από τον τόκο, και υπάρχει κι άλλος τόκος ακόμα”». Οι Μεσσήνιοι έλεγαν όσα έλεγαν επειδή στην Πελοπόννησο υπήρχαν τρεις πόλεις με το όνομα Πύλος. Αυτό που θέλει να πει ο Πλούταρχος είναι πως αν πέσεις στα χέρια των δανειστών (στα νύχια τους μάλλον, μια και τους παρομοιάζει με γύπες που κατατρώνε και γδέρνουν τους οφειλέτες: «γυπών δίκην έσθουσι και υποκείρουσιν αυτούς»), θα διαπιστώσεις πως ο τόκος φέρνει τόκο και το δάνειο δάνειο. Αρκεί να σκεφτούμε εδώ το αόρατο πλην γερό νήμα που δένει τα πρώτα δάνεια που συνήψε η χώρα πριν καν γίνει ελεύθερο κράτος, στα χρόνια της Επανάστασης («κατάντησε να πάρουμε μόλις 310.000 λίρες, ενώ στα βιβλία των τοκογλύφων η Ελλάδα ήταν χρεωμένη με 800.000!» έγραφε ο Νίκος Μπελογιάννης στο βιβλίο του «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» για το πρώτο δάνειο, από τους Αγγλους, το 1824), με το «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη το 1893 και την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από τους δανειστές μετά τη συντριβή στον πόλεμο του 1897.

Αν λοιπόν μετράω σωστά, πριν κλείσει ο 19ος αιώνας το ελληνικό κράτος έζησε τρεις πτωχεύσεις: το 1827 (ο επαναστατημένος τόπος αδυνατούσε να εξοφλήσει τα τοκοχρεολύσια των δύο πρώτων δανείων), το 1843 (αυτή τη φορά διακόπηκε η εξόφληση του δανείου 60.000.000 γαλλικών φράγκων, που είχε χρησιμοποιηθεί για να αποπληρωθούν οι δόσεις δύο αγγλικών δανείων) και το πολλαπλώς θλιβερό 1897. Αλλά το νήμα-βρόχος περνάει και στον 20ό αιώνα, με τα νέα δάνεια του 1910. Και αν το 1922 αποφεύχθηκε η πτώχευση χάρη στο Αναγκαστικό Δάνειο και την ευφάνταστη απόφαση του υπουργού Οικονομικών Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη να κόψει στη μέση τα χαρτονομίσματα (η αριστερή πλευρά χρησιμοποιούνταν σαν χαρτονόμισμα με τη μισή αξία του ακέραιου, η δε δεξιά ανταλλασσόταν με έντοκη ομολογία), ακριβώς δέκα χρόνια αργότερα ακούστηκε και πάλι το «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν», τέταρτη φορά σε εκατό χρόνια.

Ο Πλούταρχος εξετάζει τον δανεισμό σε συνάρτηση με την ελευθερία του οφειλέτη, που ακριβώς λόγω των χρεών μειώνεται ή και μηδενίζεται. Γι’ αυτό και, καθαρά και ξάστερα, χαρακτηρίζει τον δανειστή όχι σωτήρα βέβαια αλλά «πολέμιον και τύραννον». Δεν απαιτεί λέει να του δώσεις «γην και ύδωρ ως ο Μήδος», εντούτοις «άπτεται της ελευθερίας και προγράφει την επιτιμίαν»· τρώει την ελευθερία σου, τη φθείρει, και προγράφει τα πολιτικά σου δικαιώματα (εδώ η προγραφή μπορεί να διαβαστεί με σημασία κοντινή στη σημερινή «προσημείωση»). Και τώρα πια γνωρίζουμε πως η μείωση της ελευθερίας και των πολιτικών δικαιωμάτων δεν επέρχεται μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κάποιο άτομο ή μια οικογένεια, αλλά κι όταν δανείζεται ένα κράτος. Γνωρίζουμε ότι ο πόνος φέρνει πόνο, ο τόκος τόκο κι άλλο τόκο και το Μνημόνιο φέρνει Μνημόνιο.

Και σε τούτο το μικρό πόνημά του, ο Πλούταρχος δεν μεροληπτεί εθελοτυφλώντας, αλλά προσπαθεί να αναδείξει κάθε πλευρά του θέματος. Μπορεί να παρασταίνει τους δανειστές σαν γύπες, αλλά και σαν τις Αρπυιες που βασάνιζαν τον μυθικό Φινέα καταβροχθίζοντας το φαγητό του, κρατάει όμως βέλη και για τους οφειλέτες. Δεν επιτιμά βέβαια όσους δανείζονται επειδή αντιμετωπίζουν κάποια έκτακτη ζόρικη ανάγκη.

Αντίθετα, χλευάζει όλους εκείνους που, αντί να μετρήσουν προσεκτικά τι όντως τους χρειάζεται και τι όχι, και επιπλέον να εξαντλήσουν τις ίδιες τις δικές τους δυνατότητες ώστε να τα φέρουν πέρα, σπεύδουν να καταντήσουν οικειοθελή θηράματα γυπών. Να δανειστούν δηλαδή με μεγάλο τόκο (από 12% έως και 30% στην Αθήνα των χρόνων εκείνων). Και μάλιστα όχι από γνήσια, αδήριτη ανάγκη, αλλά από τρυφηλότητα, μαλθακότητα και ακρότατη σπατάλη: «Νυνί δ’ υπό τρυφής και μαλακίας ή πολυτελείας ου χρώνται τοις εαυτών, έχοντες, αλλά λαμβάνουσιν επί πολλώ παρ’ ετέρων, μη δεόμενοι». Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τα διακοποδάνεια που παίρναμε για να ξεπληρώσουμε τα εορτοδάνεια, που μας τα έδιναν με μάλλον δόλια προθυμία οι τράπεζες για να ξεχρεώσουμε δι’ αυτών τα καταναλωτικά μας δάνεια. Ενα νήμα από δάνειο σε δάνειο υπήρχε κι εκεί. Είπαμε. Ενα νήμα-βρόχος.