ΑΠΟΨΕΙΣ

Και εργαλείο, αλλά και συστατικό της πολιτικής

Αποφύγαμε τα χειρότερα, όχι γιατί ήμασταν υπερβολικά σοφοί αλλά γιατί φοβόμασταν. Ο φόβος ήταν αυτός που επέτρεψε τη συμφωνία. Μετά τον φόβο υπάρχει η ανακούφιση» είπε ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ σε συνέντευξή του στη βελγική εφημερίδα «Le Soir», εννοώντας ότι ο φόβος για τις επιπτώσεις ήταν που ώθησε τους εταίρους και τον Ελληνα πρωθυπουργό να προχωρήσουν σε έναν συμβιβασμό που απέτρεψε τη χρεοκοπία της Ελλάδας. Και προσέθεσε ότι «οι Ελληνες ζουν με τον φόβο εδώ και χρόνια…».

Με τον φόβο μήπως χάσουν τις δουλειές και τις συντάξεις τους, μήπως όλα στη χώρα καταστραφούν. Αλλού ζουν με τον φόβο των τρομοκρατικών χτυπημάτων, των φονταμενταλιστών, της επέλασης των μεταναστών, των σαρωτικών συνεπειών της υπερθέρμανσης του πλανήτη, των θανατηφόρων ιών, και αν ένας φόβος υποχωρούσε θα ερχόταν ένας νέος να τον αντικαταστήσει. Λέγεται συχνά, από απλούς ανθρώπους και αναλυτές, ότι ο φόβος είναι πανταχού παρών, το πιο ισχυρό και αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής. Και γίνεται από τους περισσότερους αποδεκτό.

Ομως η εξομολόγηση του Γιουνκέρ στη «Le Soir» αποκάλυψε μια άλλη, λιγότερο συζητημένη διάσταση του θέματος. Οτι ο φόβος δεν είναι μόνο εργαλείο της πολιτικής, αλλά και συστατικό της. Δηλαδή όχι μόνο οι πολιτικοί επιβάλλουν λύσεις με όπλο εικαζόμενες συνέπειες που παραλύουν, δηλαδή προτιμούν να τρομάξουν τους υποστηρικτές τους από το να τους πείσουν, αλλά και δεν λαμβάνουν ή λαμβάνουν αποφάσεις από φόβο. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ελληνική πολιτική σκηνή. Η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο επένδυσε πάνω στην εμμονική τακτική του αντιπάλου να υπερτονίζει τις συνέπειες της εξόδου από το πρόγραμμα διάσωσης αλλά ταυτόχρονα και στον φόβο της παγίωσης ή και διόγκωσης της φτώχειας με τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής. Παράλληλα πίσω από τις προσπάθειες κατευνασμού των δύο παράλληλων φόβων (έλευση του χάους, συνέχιση του λάθους) με μεγάλες εξωπραγματικές υποσχέσεις έκρυψε τον δικό της φόβο για την πολιτική διαχείριση της κρίσης, τον φόβο της ασφαλούς καθοδήγησης και ηγεσίας, τον φόβο της απώλειας της κεκτημένης κοινωνικοπολιτικής της ταυτότητας και κατά συνέπεια τον φόβο για ένα ενδεχόμενο μελλοντικό «μαύρο» από τους ψηφοφόρους της. Πράγμα που αποδείχθηκε με τα σημερινά διφορούμενα και την ήξεις αφήξεις στάση απέναντι σε κρίσιμα πολιτικά διλήμματα.

Ομως ο φόβος όχι μόνο αποτελεί ήττα του μέτρου και της λογικής, όχι μόνο γεννά μια ανεκλάλητη λιποψυχία (μετατρέπει τον πολιτικό σε στρουθοκάμηλο που αρνείται να αποδεχθεί την πραγματικότητα και να πάρει την πολιτική ευθύνη, η οποία δεν μπορεί να είναι πάντα προϊόν καταναγκασμού). Αλλά ανατροφοδοτεί την κρίση και παρατείνει τον φαύλο κύκλο των αδιεξόδων, αφού οι αποφάσεις υπό το κράτος του φόβου έχουν κοντές ρίζες. Αυτές βαθαίνουν μόνο όταν το πνεύμα είναι ψύχραιμο και ρεαλιστικό, όταν τη σκέψη εξυγιαίνει η μνήμη, όπλο ναι μεν περισσότερο εύθραυστο, αλλά σίγουρα πιο πολύτιμο από τον φόβο.