ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα έχει μια νέα ευκαιρία

Η ​Ελλάδα διατρέχει τεράστιο κίνδυνο. Υστερα από μια καταστροφική στρατηγική επαναδιαπραγμάτευσης, βρίσκεται στο χείλος της κατάρρευσης, αντιστρέφοντας την επιτυχή σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών της και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη – επιτεύγματα προσπαθειών χωρίς προηγούμενο, από το 2010 και εντεύθεν. Είναι καίριας οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής σημασίας ζήτημα για τη χώρα να παραμείνει στην Ευρωζώνη, διασφαλίζοντας ανάπτυξη με εστίαση στη Δύση και διατηρώντας κάποια πειθαρχία στη διακυβέρνηση.

Ενας τέτοιος ευρωπαϊκός προσανατολισμός είναι αδύνατος χωρίς μεταρρυθμίσεις, που θα επιτρέψουν τη σύγκλιση της παραγωγικότητας της Ελλάδας με τον μέσον όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα συναντά στην καλύτερη των περιπτώσεων την απρόθυμη αποδοχή της κυβέρνησης, η οποία το χαρακτηρίζει αποτέλεσμα εκβιασμού. Ο κ. Βαρουφάκης έσπευσε να ανακηρύξει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα αποτυχημένο εκ των προτέρων, ενώ ο διάδοχός του δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν θα πετύχει ή όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί παραμένουν καρφωμένοι στην άποψη πως μόνο η χαλάρωση της λιτότητας αποτελεί το κλειδί για την επίλυση των ελληνικών προβλημάτων.

Ωστόσο, η εστίαση στη λιτότητα ως αιτία της κρίσης αγνοεί το γεγονός ότι η προγενέστερη ανάπτυξη τροφοδοτούνταν από την υπερχρέωση. Μεταξύ 1981 και 2009, το έλλειμμα του προϋπολογισμού κυμαινόταν, κατά μέσον όρο, στο 10% του ΑΕΠ, υποστηρίζοντας αυξήσεις συντάξεων και επεκτάσεις του δημόσιου τομέα, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις ως κλάσμα του ΑΕΠ μειώνονταν. Μεγάλα τμήματα του ιδιωτικού τομέα θρέφονταν από κρατικές προμήθειες. Η βαθιά ύφεση μετά την έναρξη της κρίσης, το 2009, υπήρξε εν μέρει αποτέλεσμα της κατάρρευσης αυτής της τάξης πραγμάτων.

Τα θεμελιώδη προβλήματα της ελληνικής οικονομίας έχουν διαρθρωτικό χαρακτήρα. Σε έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για την επιχειρηματικότητα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 61η θέση. Η οργάνωση Διεθνής Διαφάνεια φέρνει την Ελλάδα τελευταία στην Ε.Ε. –μαζί με την Ιταλία– και 69η στον κόσμο ως προς την αντίληψη που έχουν οι πολίτες για τον βαθμό της διαφθοράς. Αυτά και πολλά άλλα συμπτώματα συνδέονται με μια οικονομία που χαρακτηρίζεται από έναν μεγάλο και αντιπαραγωγικό, ανεπίσημο τομέα οικογενειακών επιχειρήσεων και μικρές επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία. Η παραγωγικότητα βρίσκεται στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ο τομέας των εξαγώγιμων αγαθών είναι πολύ μικρός.

Καμία χαλάρωση της λιτότητας μέσω δημοσίων εξόδων ή νομισματικής υποτίμησης δεν μπορεί να αναιρέσει αυτά τα θεμελιώδη εμπόδια στην ανάπτυξη. Μια κυβέρνηση που θα έχει τη θέληση να συγκρουστεί με εμπεδωμένα συμφέροντα, μπορεί να πετύχει πολλά. Το άνοιγμα επαγγελμάτων και κλάδων στον ανταγωνισμό, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ, η αξιολόγηση στο Δημόσιο, η μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη ώστε να υποστηρίζεται η εφαρμογή των εμπορικών συμφωνιών, η καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής και η καθιέρωση ανταποδοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος αποτελούν προτεραιότητες.

Η Ευρωζώνη μπορεί να υποστηρίξει την εφαρμογή ενός παρόμοιου προγράμματος. Πρώτον, με τη χρηματοδότηση ενός προγράμματος κοινωνικής προστασίας ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση και να υπάρξει μια σωστά στοχευμένη χαλάρωση της λιτότητας. Και δεύτερον, με το να υποσχεθεί τώρα ότι θα υπάρξει αναδιάρθρωση του χρέους μόλις εφαρμοστούν προσυμφωνημένες μεταρρυθμίσεις.

Ωστόσο, ζήτημα – κλειδί για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα αποτελεί η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, που επιδιώκουν μακροπρόθεσμη δέσμευση και σταθερότητα. Η κυβέρνηση οφείλει να υιοθετήσει σαν δικό της το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και να βελτιώσει δραστικά τις προσδοκίες των επενδυτών, λόγω και έργω. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κατ’ αρχάς να διασφαλιστεί, με την ανάλογη νομοθεσία, ότι η πρόσφατη αύξηση του φόρου στα επιχειρηματικά κέρδη θα είναι προσωρινή και να ανακοινωθεί ότι θα μειωθεί μέσα σε πέντε χρόνια από 29% σε 20%, στον βαθμό που θα βελτιώνονται τα δημόσια οικονομικά.

Επίσης, θα μπορούσε να αναθεωρήσει εκ βάθρων όλη τη διαδικασία της αδειοδότησης για την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας. Παρόμοια αλλαγή κατεύθυνσης θα αποφέρει εισροή επενδύσεων, προτού ακόμη ολοκληρωθεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Οι επενδυτές θέλουν πάντα να βρίσκονται μπροστά από τα πράγματα.

Στην Ελλάδα δόθηκε μια καινούργια ευκαιρία. Είναι στο χέρι της να πετύχει. Ενδεχόμενη αποτυχία θα βαρύνει αποκλειστικά την κυβέρνηση.

* Ο κ. Κώστας Μεγήρ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Γέιλ.