ΑΠΟΨΕΙΣ

Από την απειλή στο ενδεχόμενο

«Το Μνημόνιο, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι το μοναδικό κείμενο πολιτικής που έθεσε συγκεκριμένους στόχους, δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτους», έλεγε στις 11 Οκτωβρίου 2013 ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, τον οποίο συστηματικά συνεχίζουν να λοιδορούν, σε κάθε ευκαιρία που βρίσκουν, οι ιδεοληπτικοί της ρήξης με την Ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή όμως συμπεριφέρονται και πράττουν έτσι ώστε να επιβεβαιώνουν πλήρως την εκτίμησή του.

Το 2009, την είσοδο της χώρας στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και την επιτροπεία προκάλεσε η παταγώδης κατάρρευση ολόκληρου του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου που οικοδομήθηκε μετά τη Μεταπολίτευση. Μοντέλου που στηρίχθηκε στο κομματικό κράτος, στις πελατειακές σχέσεις, στις συναλλαγές κάτω από το τραπέζι και στις επιλογές χάριν του εντυπωσιασμού ή του οφέλους διαφόρων κλειστών ομάδων «ειδικών συμφερόντων». Που επιβίωνε είτε μεταθέτοντας τα βάρη στις επόμενες γενιές είτε εκμεταλλευόμενο τους συνεπείς φορολογούμενους –μισθωτούς και συνταξιούχους– διά της ανοχής και επιβράβευσης της φοροδιαφυγής. Που στηριζόταν σε μια παράλληλη οικονομία στο πλαίσιο μιας ιδιάζουσας αντίληψης περί δημοκρατίας, όπου όλοι είχαν αναφαίρετα και «ιερά» δικαιώματα και κατακτήσεις, αλλά ελάχιστοι υποχρεώσεις.

Με το Μνημόνιο, με τα πλείστα λάθη και αδυναμίες του, η ελληνική Πολιτεία εξαναγκάστηκε να υιοθετήσει αλλαγές αυτονόητες, που έπρεπε να έχει εφαρμόσει η ίδια προ καιρού, αλλά η πολιτική ηγεσία της δεν είχε τη θέληση και τη δύναμη να το πράξει. Το κακό ήταν ότι το Μνημόνιο το αποφάσισαν στην ουσία οι δανειστές, και όσοι κλήθηκαν να το εφαρμόσουν το παρουσίασαν σαν τον μπαμπούλα που τον επιβάλλουν οι «κακοί» εταίροι. Οχι μόνο δεν τόλμησαν να αντιπροτείνουν ένα δικό τους σχέδιο για την υπέρβαση της κρίσης, αλλά ποτέ δεν ψέλλισαν την υποχρέωση της χώρας – από τη στιγμή που οικειοθελώς αποφάσισε να μετάσχει σε έναν υπερεθνικό οργανισμό όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και στο εγχείρημα της νομισματικής ένωσης– να αναλάβει το κόστος που συνεπάγεται αυτή η επιλογή. Οτι δηλαδή πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε να εξελιχθούμε σε ένα σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό κράτος, που σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης πρέπει συνεχώς να προσπαθεί να ενισχύει την ανταγωνιστικότητά του, ή θα παραμείνουμε μια Δημοκρατία των «κολλητών».

Αποτέλεσμα: σήμερα, σχεδόν έξι χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, το ευρωπαϊκό κεκτημένο κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι και τίθενται εν αμφιβόλω τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα των τελευταίων 35 ετών. Επιπροσθέτως, η επιστροφή στη δραχμή δεν αιωρείται πλέον ως απειλή, αλλά ως ένα ενδεχόμενο που υποστηρίζεται ανοιχτά, ενδεδυμένο μάλιστα με ιδεολογική φόρτιση, μπόλικο λαϊκισμό και «ανατρεπτικότητα». Καλύπτει δε τόσο την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά όσο και τη Χρυσή Αυγή. Απομένει να δούμε αν θα εξελιχθεί και σε νέα «διαχωριστική» γραμμή, αντικαθιστώντας το επίσης βολικό αλλά τόσο αποπροσανατολιστικό δίπολο μνημόνιο – αντιμνημόνιο.