ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σύνδρομο της ύβρεως

to-syndromo-tis-yvreos-2095900

Ο λόρδος Οουεν εισήγαγε στον χώρο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και στις παρυφές της ψυχιατρικής ορολογίας μια καινούργια περιγραφική οντότητα συμπεριφορών και «συμπτωμάτων», που την ονόμασε «σύνδρομο της ύβρεως», δανειζόμενος τον όρο από την αρχαία ελληνική γραμματεία, όπου η υπέρβαση του μέτρου, η αλαζονεία και η περιφρόνηση για τους θεϊκούς και ανθρώπινους νόμους ονομαζόταν Υβρις. Ο λόρδος Ντέιβιντ Οουεν είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, ιατρός και νευροεπιστήμονας κατά σπουδές. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, αρκετοί ηγέτες όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, αλλά και ο Τόνι Μπλερ και ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος –κατά τον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου– έπεσαν θύματα του συνδρόμου αυτού, το οποίο συνδέεται άμεσα με την άσκηση εξουσίας.

Οι εκφάνσεις και οι συνέπειες του συνδρόμου της ύβρεως δεν περιορίζονται, μάλιστα, στον χώρο της πολιτικής, αλλά επεκτείνονται και σε όλα τα πεδία άσκησης εξουσίας (π.χ. διοικητικής, στρατιωτικής ή οικονομικής) με την οικονομική κρίση που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια την Ενωμένη Ευρώπη –και ιδιαίτερα τη χώρα μας– να παρουσιάζεται ως επακόλουθο της υβριστικής και αλαζονικής συμπεριφοράς και της μειωμένης επαφής με την πραγματικότητα αρκετών μεγαλοστελεχών, εκτελεστικών διευθυντών και διευθυνόντων συμβούλων των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Μια τέτοια προσέγγιση σίγουρα θα είχε αρκετό ενδιαφέρον εάν, στα καθ’ ημάς, επιχειρούσαμε να δούμε κατά πόσον οι πολιτικοί ηγέτες ήταν υπό την επήρεια του συνδρόμου της ύβρεως, χωρίς να παραβλέπουμε δεοντολογικά ζητήματα που γεννιούνται από την οποιαδήποτε προσπάθεια θέασης της πολιτικής ζωής υπό το πρίσμα συμπεριφοριολογικών «κριτηρίων» τα οποία ήταν αρχικώς κατασκευασμένα για τη σχέση γιατρού – ασθενούς και, ως εκ τούτου, δεν ταιριάζουν στον δημόσιο λόγο.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ

Εγραφε ο λόρδος Οουεν για την έτι ζώσα βαρώνη Θάτσερ, το 2008, στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Clinical Medicine – Royal College of Physicians, το οποίο φιλοξενούσε το επιστημονικό του άρθρο με τίτλο «Το σύνδρομο της ύβρεως»: «Η θέση της Μάργκαρετ Θάτσερ στην ιστορία είναι εξασφαλισμένη (…) όμως, το 1989 αισθάνθηκα ότι η επαφή της με την πραγματικότητα είχε αρχίσει να την εγκαταλείπει. Οι κεφαλικοί φόροι ήταν εντόνως αντιδημοφιλείς. Οταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, τον Νοέμβριο του 1989, αρνήθηκε να αναγνωρίσει πως η επανένωση της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας θα ερχόταν αμέσως στην πολιτική ατζέντα. Ενας υποκείμενος φόβος περί μιας μεγαλύτερης Γερμανίας άρχισε να αναπτύσσεται στις συναισθηματικά φορτισμένες ιδιωτικές της συζητήσεις, όπου μιλούσε για 4ο Ράιχ. Το γεγονός ότι υπολόγισε εντελώς λανθασμένα την ταχύτητα της πολιτικής προστακτικής που οδηγούσε στην επανένωση της Γερμανίας, απετέλεσε ένα από τα σημάδια πως η πολιτική της κρίση είχε αρχίσει να διακυβεύεται εξαιτίας των πολιτικών της προκαταλήψεων και ότι η αυτοπεποίθησή της υπερακόντιζε την προσοχή της… Η ύβρις, σε πλήρη έκπτυξη, έγινε φανερή όταν, στις 30 Οκτωβρίου του 1990, επέστρεψε στη Βουλή των Κοινοτήτων μετά τη Διάσκεψη Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στη Ρώμη… Η νέμεσις ακολούθησε. Μέσα σε ένα μήνα, εκδιώχθηκε από το αξίωμά της από τα συντηρητικά μέλη του Κοινοβουλίου».

Και όλα τα ανωτέρω εμφανίστηκαν υπό τη διαβρωτική επίδραση της εξουσίας, χωρίς η βαρώνη Θάτσερ να έχει επιδείξει αλαζονικά στοιχεία ή συμπεριφορές υπερβαίνουσες το μέτρο, προτού αναλάβει την πρωθυπουργία, ούτε κατά τα πρώτα χρόνια της θητείας της. Ο Οουεν αποδίδει το σύνδρομο της ύβρεως στον David Lloyd George και στον Neville Chamberlain (αμφότεροι πρωθυπουργοί της Γηραιάς Αλβιώνας).
Αξια αναφοράς είναι η ίδρυση από τον λόρδο Οουεν του Daedalus Trust, ενός μη κερδοσκοπικού ιδρύματος που έχει ως αποστολή την αύξηση της επαγρύπνησης για την ανίχνευση αλλαγών στη σκέψη και την προσωπικότητα ηγετών. Πρόκειται για αλλαγές τις οποίες δύναται να προκαλέσει η άσκηση της εξουσίας και οι οποίες επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεών τους και συνακόλουθα τις ζωές όλων μας. Αξιοσημείωτη, μάλιστα, είναι η αλληλοεπικάλυψη της φαινομενολογίας του συνδρόμου της ύβρεως με αρκετά από τα χαρακτηριστικά της ναρκισσιστικής διαταραχής της προσωπικότητας. Η τελευταία, αν και περιλαμβάνεται στα διαγνωστικά εγχειρίδια, έχει επίσης δεχθεί σφοδρή αμφισβήτηση ως προς τη διαγνωστική εγκυρότητα των κριτηρίων της. Σημειώνεται, δε, πως στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου αναφερόμαστε στον θεσμικό ναρκισσισμό των πολιτικών και όχι μόνο ηγετών, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις ζωές των πολιτών ή και τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας. Ο ναρκισσισμός, σε προσωπικό επίπεδο, δεν δύναται να αποτελεί αντικείμενο κριτικής, γιατί κάτι τέτοιο συνιστά ετικετοποίηση. Επίσης, ορισμένα από τα «ναρκισσιστικά στοιχεία» μπορεί –ορισμένες φορές– να εκφραστούν και παραγωγικά, ενδεχομένως και προς όφελος του συνόλου.

Μοτίβα συμπεριφοράς

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον εμπνευστή του συνδρόμου της ύβρεως, για να θεωρηθεί πως κάποιος ηγέτης –ο οποίος καταλαμβάνει και ασκεί για ικανό χρονικό διάστημα την εξουσία– ανταποκρίνεται στα φαινομενολογικά «κριτήρια» του εν λόγω συνδρόμου, θα πρέπει να εμφανίζει τρία ή και περισσότερα από τα χαρακτηριστικά μοτίβα συμπεριφοράς που παρουσιάζονται στον πίνακα, με τουλάχιστον ένα εξ αυτών να πρέπει να συγκαταλέγεται στα λεγόμενα μοναδικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου.

O Nassir Ghaemi είναι καθηγητής στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Tufts και συγγραφέας του best seller «A first rate madness», βιβλίο το οποίο πραγματεύεται τη διασύνδεση ανάμεσα στην ψυχιατρική παθολογία και την άσκηση εξουσίας σε υψηλό επίπεδο. Μαζί με τον λόρδο Οουεν, που επίσης έχει καταγράψει σημαντικές εκδοτικές επιτυχίες με το «Σύνδρομο της ύβρεως» και με το «Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία», αποτελούν πρωτοπόρους στο καινοφανές διεπιστημονικό πεδίο της «πολιτικής ψυχιατρικής» και της «ψυχολογίας της ιστορίας».

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στο βιβλίο του ο καθηγητής Ghaemi, ο λόγος για τον οποίο ο Τσώρτσιλ είχε κατορθώσει να διαγνώσει έγκαιρα τη χιτλερική απειλή ήταν ο «καταθλιπτικός του ρεαλισμός», σε αντίθεση με τον νορμοθυμικό Τσάμπερλεν, που πρέσβευε την πολιτική του κατευνασμού. Πάνω σε παρατηρήσεις όπως αυτή στηρίζει τη θεωρία του περί των «Ομοκλίτων» και περί του «Αντίστροφου νόμου της λογικής (Inverse Law of Sanity). Βάσει αυτών των υποθέσεων, η ύπαρξη καταθλιπτικών ή και υπερθυμικών στοιχείων στους πολιτικούς ηγέτες ενώ μπορεί να αποβεί καταστρεπτική όταν ασκούν εξουσία υπό φυσιολογικές συνθήκες, δύναται να αποβεί παραγωγική όταν οι συνθήκες προσλάβουν τα χαρακτηριστικά των πολεμικών, οικονομικών ή κοινωνικών κρίσεων.

Τέλος, θα πρέπει να τονίσουμε πως η κάθε αναδρομική ή επίκαιρη ανάλυση της όποιας πολιτικής συμπεριφοράς, προσωπικότητας ή βιογραφίας δεν συνιστά εξ αποστάσεως διάγνωση ή απόπειρα υπαγωγής της ψυχιατρικής και των νευροεπιστημών σε πολιτικές σκοπιμότητες. Αλλωστε και η ίδια η ναρκισσιστική διαταραχή παρ’ ολίγον να παραλειφθεί από τα διαγνωστικά εγχειρίδια της ψυχιατρικής, ενώ αμφισβητούμενης εγκυρότητας είναι και το σύνδρομο της ύβρεως. Αυτό δεν σημαίνει πως το συμπεριφοριολογικό τους αποτύπωμα δεν δύναται να επισημαίνεται φαινομενολογικά, να καταγράφεται και να συνοδεύεται από συμπεράσματα περί της καταστροφικής επίδρασης του θεσμικού ναρκισσισμού και της πολιτικής αλαζονείας των πολιτικών ανδρών (και γυναικών) στον δημόσιο βίο. Μακάρι να το είχε κάνει αυτό κάποιος από τους Αθηναίους για τον Αλκιβιάδη πριν από τη Σικελική Εκστρατεία. Ισως να μην είχε επικρατήσει η ολιγαρχία…

* Ο κ. Χρίστος Λιάπης (MD, MSc, PhD) είναι ψυχίατρος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών ([email protected]).