ΑΠΟΨΕΙΣ

Τακτικός ελιγμός

Να δεχθούμε, λόγω της κρισιμότητας, ότι ο πρωθυπουργός έκανε επί έξι μήνες το καλύτερο που μπορούσε σε αυτή τη διαπραγμάτευση. Να δεχθούμε ότι μέχρι και τις εκλογές του Γενάρη δεν έλεγε ψέματα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, υποσχέθηκε έναν αληθινό αγώνα με την Ευρώπη, «για να την αλλάξει». Να δεχθούμε επίσης ότι σήμερα το εννοεί όταν λέει ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ, έστω και με την επώδυνη συμφωνία της 12ης Ιουλίου και του τρίτου Μνημονίου. Η ανηφόρα αυτή πρακτικά θα περιλαμβάνει διαρκείς και εντατικές διαβουλεύσεις και αξιολογήσεις από την Ευρώπη και το ΔΝΤ, συνδεδεμένες με εκταμιεύσεις δόσεων. Μια τέτοια πορεία, που ουσιαστικά ξεκίνησε, είναι αδύνατον να υλοποιηθεί από αυτή την κυβέρνηση. Αλλωστε, το είπε εμφατικά ο πρωθυπουργός στη Βουλή: «Κανείς δεν μπορεί να μας αποδώσει την ιδιοκτησία του προγράμματος όπως την απέδιδαν στους προηγούμενους». Με τη φράση αυτή ουσιαστικά ο πρωθυπουργός προεξόφλησε την αποτυχία του εγχειρήματος. Αν λοιπόν ο κ.Τσίπρας, παρά τη συμφωνία, επιλέγει να συνεχίσει στον δρόμο της ρήξης με την Ευρώπη, τότε θα πρέπει να σκεφτεί στα σοβαρά την ιδέα να προχωρήσει άμεσα σε έναν «τακτικό ελιγμό»: στον διαχωρισμό της εξουσίας του από την κυβέρνηση που θα υλοποιήσει το Μνημόνιο.

Δηλαδή να διορίσει μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού – τεχνοκρατών, μη πολιτικών προσώπων, υπό τον ίδιο ως πρωθυπουργό, με την ανοχή και της αντιπολίτευσης. Μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορεί να προχωρήσει με συνέπεια το νέο Μνημόνιο, ώστε η χώρα να χρηματοδοτείται έγκαιρα και χωρίς τις θανατηφόρες καθυστερήσεις που ζήσαμε. Ο κ. Τσίπρας με την ομάδα του θα παραμείνουν στην εξουσία ως πολιτική και ιδεολογική ηγεσία μέχρι και τις επόμενες εκλογές. Το σχήμα κυβέρνησης τεχνοκρατών – εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ είναι το μόνο που επιτρέπει στον πρωθυπουργό να «επαναστατικολογεί» στην Ευρώπη χωρίς να αργοπεθαίνει η χώρα μας και χωρίς ο ίδιος να ταυτίζει το όνομά του με το «μίασμα» των μεταρρυθμίσεων όπως αυτός τις αντιλαμβάνεται. Αυτό σήμερα είναι η λιγότερο επικίνδυνη επιλογή από όσες διαθέτει. Σε όλα τα κρίσιμα υπουργεία θα τοποθετήσει μη πολιτικά πρόσωπα που θα τρέξουν τις μεταρρυθμίσεις, σε μορατόριουμ για 1-2 χρόνια με την αντιπολίτευση, ώστε να βγει η χώρα από την εντατική. Η νέα κυβέρνηση θα προχωρήσει απερίσπαστα, χωρίς την απειλή εκλογών, με κοινή δήλωση όλων των δημοκρατικών κομμάτων, από τώρα, για εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Η εσωκομματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει το τροπάριο της δραχμής παραμένοντας μαζί με ΚΚΕ και Χ.Α. μειοψηφία. Ολα τα νομοσχέδια θα περνούν στη Βουλή με πλειοψηφία άνω των 200 βουλευτών.

Το φρένο στην ελεύθερη πτώση της οικονομίας θα μπει μέσα σε δύο-τρεις μήνες. Κάπου εκεί θα ηρεμήσει το τραπεζικό σύστημα επιτρέποντας τη σταδιακή άρση των περιορισμών, ενώ θα αναγκαστούν να ηρεμήσουν και οι ξένοι κερδοσκόποι. Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών μπορεί μέσα στο πεντάμηνο που απομένει να σταθεροποιήσει πλήρως την οικονομία, να μην επαληθευθούν τα σενάρια ύφεσης για φέτος και να κλείσει η χρονιά με μηδενικό έστω ρυθμό ανάπτυξης. Του χρόνου θα προσβλέπουμε σε ανάπτυξη 3% (αυτή που θα είχαμε φέτος αν δεν μπαίναμε στις περιπέτειες) και σε 4,5% το 2017 και το 2018 αντίστοιχα. Αντίθετα, αν ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίσει να ασκεί τα χαρτοφυλάκια των υπουργείων, η χώρα θα συνεχίσει στην περιδίνηση, στην αύξηση της ανεργίας, στην επιδείνωση των όρων διαβίωσης και στην άγρια λιτότητα, με ευρώ στην αρχή και με δραχμή στη συνέχεια. Σε λίγες εβδομάδες, έχοντας την πλήρη δημοσιονομική εικόνα του πρώτου εξαμήνου, θα αποκαλυφθεί το μέγεθος της δημοσιονομικής αποτυχίας με τη δημιουργία πρωτογενούς ελλείμματος άνω των 6 δισ. ευρώ που θα γίνουν ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος θα οδηγήσει σύντομα στη δραχμή και στην κοινωνική κατάρρευση.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα δύο προηγούμενα Μνημόνια δεν έφεραν καλύτερες ημέρες γιατί οι μισοί υπουργοί δεν κατανοούσαν τις «ξενόφερτες» μεταρρυθμίσεις, η αντιπολίτευση δημαγωγούσε πάνω στα κοινωνικά τραύματα της κρίσης, η μέση θητεία του κάθε υπουργού δεν ξεπερνούσε τον ένα χρόνο και της κυβέρνησης τα δυόμισι χρόνια, μη επιτρέποντας την ολοκλήρωση του έργου. Και στις δύο κυβερνητικές αλλαγές, το 2012 και το 2015, χάθηκαν πολλές εβδομάδες στις οποίες η χώρα υποτροπίαζε. Είναι σαν να θέλεις να θεραπεύσεις μια ασθένεια διακόπτοντας τα φάρμακα του γιατρού κάπου στη μέση. Τα προβλήματα επανεμφανίζονται και χρειάζονται πιο σκληρή θεραπεία κάθε φορά. Σήμερα όμως μέσα σε ένα αρνητικό περιβάλλον, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, η παραπάνω πρόταση διασφαλίζει καλύτερες συνθήκες και στους τρεις βασικούς παράγοντες της αποτυχίας μας: μια κυβέρνηση μη πολιτικών προσώπων, με τη στήριξη της αντιπολίτευσης και με ορίζοντα μία πλήρη τετραετία, ώστε να αποδώσει καρπούς. Ο εν λόγω τακτικός ελιγμός αναμφίβολα είναι δύσκολος για τον κ. Τσίπρα. Οτιδήποτε άλλο όμως θα είναι χειρότερο, όπως απέδειξαν οι χειρισμοί του το προηγούμενο εξάμηνο. Αλλωστε, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, ο Λένιν διαχωρίζει μεταξύ τακτικών συμβιβασμών που επιβάλλονται λόγω συνθηκών αλλά δεν μειώνουν την επαναστατική αφοσίωση και των προδοτικών συμβιβασμών που επικαλούνται τις συνθήκες για να εξυπηρετήσουν τους καπιταλιστές. Σε αντίθετη περίπτωση, η εξάντληση της περιόδου χάριτος που απολαμβάνει σήμερα ο πρωθυπουργός, σε συνδυασμό με την επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος ελλείψει έγκαιρης εκταμίευσης των δόσεων, θα τον οδηγήσει στη φθορά και, εν τέλει, στην άγαρμπη πτώση σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής απελπισίας.

* Ο κ. Μιχάλης Πεγκλής είναι Research Associate του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών «Martens Centre».