ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βλέμμα των ξένων

Το βλέμμα του ξένου για τα δικά μας πράγματα είναι πάντοτε χρήσιμο. Απ’ έξω μπορεί να παρατηρήσει γωνίες απρόσιτες σ’ εμάς που βρισκόμαστε μες στο καμίνι. Για την αυτογνωσία μας αλλά και για ό,τι κάποτε αποκαλούσαμε πατριδογνωσία, οι επιτιμητικές ματιές των ξένων, σε περασμένους αιώνες, υπήρξαν εξίσου ωφέλιμες με τις ματιές συμπάθειας. Τον Εντμόντ Αμπού, που τον κηρύξαμε μισέλληνα λόγω του αυστηρού «Βασιλέως των ορέων», ακόμα και τον Φαλμεράυερ, αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τους επινοήσουμε. Εξερέθισαν βέβαια τα αισθήματά μας. Εβαλαν όμως και το μυαλό μας να δουλέψει.

Με το ίδιο ενδιαφέρον λοιπόν που διαβάζω περιηγητικά και ιστοριογραφικά κείμενα του 18ου και του 19ου αιώνα, για να δω τον τόπο μέσα από το πρίσμα των άλλων, διαβάζω και τις σημερινές συνεντεύξεις αλλοδαπών δημοσιογράφων που ζουν στην Αθήνα και τροφοδοτούν με τα ρεπορτάζ τους ενημερωτικά μέσα του εξωτερικού. Οι καθαυτό ανταποκρίσεις τους, όταν συντάσσονται έτσι που να υπηρετούν τη λογική του μέσου που τις παράγγειλε, δεν μας λένε πολλά για την Ελλάδα. Αντίθετα, μας λένε πάρα πολλά για τον τρόπο που ασκείται η δημοσιογραφία και από αρκετούς ξένους: πριν από την είδηση υπάρχει η διαχείρισή της, το παραμορφωτικό πλάσιμό της.

Οι συνεντεύξεις τεσσάρων ξένων δημοσιογράφων στην Κυριακή Βασσάλου, που δημοσιεύτηκαν προχθές στην «Κ», είχαν όλες κάτι ουσιώδες να πουν. Η διαβεβαίωση, λ.χ., της Αμερικανίδας Marissa Tezada πως «η Αθήνα είναι το ασφαλέστερο μέρος που έχει ζήσει» και πως ο τόπος, «με κρίση ή χωρίς, είναι ονειρεμένος», γελοιοποιεί την γκρίζα εικονοποιία και μυθοπλασία για την Ελλάδα που κυριαρχεί στα ξένα μέσα. Προβλήματα; Φυσικά και υπάρχουν, πολλά και σοβαρά, και πρέπει να αναδεικνύονται και από τα ελληνικά μέσα και από τα ξένα. Το πρόβλημα όμως είναι «οι υπερβολές που λέγονται και γράφονται», όπως τίμια αποδέχεται ο Oλλανδός δημοσιογράφος Bart van Poll. Περιττεύει η εύκολη συνωμοσιολογική ερμηνεία αυτών των απαξιωτικών και ειρωνικών υπερβολών. Μπορούμε να δεχτούμε ότι τόσα χρόνια που η Ελλάδα «ταλαιπωρεί» την Ευρώπη έγιναν κλισέ. Μας κυνηγάει άλλωστε το παρελθόν με τα στερεότυπα που προσφέρει: «ελληνική τραγωδία», «ο Ολυμπος έπεσε» κτλ.

Ο Ολυμπος μπορεί να έπεσε, αλλά «άνθρωποι που τσακώνονται για το τελευταίο πακέτο μακαρόνια μπροστά από τα άδεια ράφια των σούπερ μάρκετ» δεν υπήρξαν ποτέ. Μολαταύτα ο αδερφός του Γερμανού δημοσιογράφου Markus Bernath τον ενημέρωσε λίαν πρωί από τη Βαυαρία ότι στην Ελλάδα ξεκίνησε ήδη η Μακαρονομαχία, ως συνέχεια της Τιτανομαχίας. «Αυτό που έκανε τον αδερφό μου να σχηματίσει τη συγκεκριμένη ζοφερή εικόνα και να πανικοβληθεί, στη μικρή βαυαρική πόλη που ζει, ήταν όσα μάθαινε για την Ελλάδα από τα δημοφιλέστερα γερμανικά μίντια», εξήγησε ο κ. Bernath. Περιέγραψε έτσι με λίγες λέξεις ένα σοβαρό πρόβλημα που έχει να κάνει πρώτα με την ηθική και έπειτα με την πολιτική.