ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ερντογάν, δόξα και ύβρις

Πριν από λίγο καιρό, πολλοί Ελληνες κοίταζαν προς την Τουρκία ευχόμενοι κι αυτοί να είχαν έναν ισχυρό ηγέτη ο οποίος θα συγκρουόταν με ντόπια συμφέροντα και με ξένες δυνάμεις –και δη τις ΗΠΑ– και θα χάραζε νέα πορεία για τη χώρα του, καθιστώντας την περιφερειακή δύναμη. Συνέκριναν τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος κυριαρχεί στην τουρκική πολιτική σκηνή από το 2003, όταν πρωτοεξελέγη πρωθυπουργός, με σειρά Ελλήνων ηγετών που δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την παρακμή της χώρας τους.

Σήμερα, όμως, ο Ερντογάν προσφέρει ένα μάθημα όχι μόνο για το πώς ένας ηγέτης με μεγάλη αυτοπεποίθηση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα του εμπρός, αλλά και για το πώς οι προσωπικές του αδυναμίες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο όσα επέτυχε και, επιπλέον, να εκθέσουν τη χώρα του σε θανάσιμους κινδύνους. Ο Ερντογάν εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από ένα χρόνο και δεν πρέπει να έχει καμία ανάμειξη με τα πολιτικά κόμματα. Κι όμως, κάνει ό,τι μπορεί για να εξασφαλίσει ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) το οποίο ίδρυσε θα παραμείνει στην εξουσία. Υπονομεύει θεσμούς, επιχειρεί απότομες αλλαγές πολιτικής και εκθέτει τη χώρα του σε δύο πολέμους εντός και εκτός συνόρων.

Σε σύγκριση με τις απειλές που αντιμετωπίζει η Τουρκία, η οικονομική κρίση και η διπλωματική απαξίωση της Ελλάδας μοιάζουν απλή υπόθεση. Σε μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα της Ελλάδας μπορεί να αποδοθεί σε μια πολιτική τάξη η οποία θεωρούσε (και, σε μεγάλο βαθμό, συνεχίζει να θεωρεί) ότι η τέχνη του κυβερνάν είναι να εξασφαλίζεις τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων και να προσφέρεις σε κάθε ομάδα συμφερόντων αυτά που ζητεί, αποφεύγοντας τη λογική της ορθής διαχείρισης και της μεταρρύθμισης. Οταν το εύκολο χρήμα τελείωσε, η απουσία μηχανισμών για την αντιμετώπιση δυσκολιών, η αποστροφή προς τη συναίνεση και μια βαθιά αίσθηση αδικίας από την πλευρά των πολιτών υπονόμευαν οποιαδήποτε προσπάθεια των κυβερνήσεων να διαχειριστούν την κατάσταση. Κι όμως, ενώ το πολιτικό κέντρο κατέρρευσε, ενώ εξελέγη για πρώτη φορά μια ριζοσπαστική αριστερή κυβέρνηση, η Ελλάδα παραμένει η ίδια χώρα. Οι θεσμοί λειτουργούν, παρά τις αδυναμίες τους, και οι περισσότεροι έχουμε την ίδια αγωνία για την ανάκαμψη. Οι Ελληνες δεν αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο βίας και διχασμού.

Στην Τουρκία, η αδυναμία του ΑΚΡ να διατηρήσει την αυτοδυναμία του στη Βουλή στις εκλογές του Ιουνίου απειλεί την προσπάθεια του Ερντογάν να μετατρέψει την προεδρία σε παντοδύναμο εκτελεστικό αξίωμα. Προκαλώντας ένταση με την κουρδική μειονότητα, ο Ερντογάν φαίνεται να θέλει να τρομάξει τους πολίτες ώστε να στηρίξουν το ΑΚΡ, που παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα, σε νέες εκλογές. Οι εχθροπραξίες καταρρακώνουν την εκεχειρία που ο ίδιος ο Ερντογάν βοήθησε να εδραιωθεί το 2013. Επίσης, με το τέλος της ανοχής για τους τρομοκράτες του «Ισλαμικού Κράτους» και με τη σύναψη συμφωνίας με τις ΗΠΑ για αυτό τον σκοπό, η Τουρκία άνοιξε δύο πολεμικά μέτωπα. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο και τα πιθανά κέρδη αβέβαια.

Ο ριψοκίνδυνος χαρακτήρας του Ερντογάν υπηρέτησε καλά την Τουρκία. Η διφορούμενη αρετή αυτή, όμως, η αλαζονεία, η έλλειψη ισχυρού αντιπάλου και η υπονόμευση των θεσμών τού επιτρέπουν τώρα να πληγώσει βαθύτατα τη χώρα του.