ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγώνας λόγου δίχως λόγο

Να γκρινιάξουμε για το ντιμπέιτ; Μα ακόμα και την ξινή γλύκα μιας γκρίνιας που θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ακόμα και έθιμο, και μάλιστα (αυτο)λαϊκιστικό, μας τη στέρησαν οι συντελεστές της τηλεοπτικής αντιπαράθεσης. Σχεδόν όλοι, πολιτικοί αρχηγοί και δημοσιογράφοι, έσπευσαν να γκρινιάξουν για τους όρους διεξαγωγής της, λες και τους βρήκαν γραμμένους στις πλάκες του Μωυσή, σαν ενδέκατη εντολή, ή σε άλλου είδους μήνυμα εξ ουρανού που όφειλαν να το ακολουθήσουν ταπεινά. Οι πιο βιαστικοί μάλιστα (ή οι πιο αγενείς, όπως το βλέπει ο καθένας) δήλωσαν την γκρίνια τους την ώρα της αναμέτρησης, για να κερδίσουν ποντίσκους κλείνοντας το ματάκι στον λαό-τηλεθεατή, που τον υπέθεταν βαριεστημένο.

Τους όρους του ντιμπέιτ τούς επέβαλε η διακομματική επιτροπή. Δηλαδή τα εφτά κόμματα. Κατά την ισχύ του, εικάζω, το καθένα. Κατά τη δύναμή του να εκβιάσει τα πράγματα, απειλώντας ότι θα αποχωρήσει και θα επιδοθεί σε καταγγελίες. Εκ των υστέρων οι αρχηγοί, όλοι «νικητές» βεβαίως, αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει αγώνας λόγου με τόσο στενά όρια, που απαγορεύουν την ύπαρξη λόγου, την ανάπτυξη επιχειρημάτων.

Τόσο δύσκολο ήταν άραγε να δουν εκ των προτέρων το πασίδηλο, που τους το υποδείκνυε άλλωστε η σχετική εμπειρία; Ή μήπως επέτρεψαν στην εθελοτυφλία να ξαναπαίξει τον αποφασιστικό, σκηνοθετικό ρόλο της, επειδή ξέρουν ότι στα γυάλινα αλώνια όπου αναμετριούνται εικονικοί λόγοι, αυτό που χρειάζεται, κι αυτό που «νικάει» τελικά, είναι η ατάκα, το ευφυολόγημα ή ο σκέτος εξυπνακισμός; Εξού και το εξυπνακίστικα απαξιωτικό «η κυρία Τασία…» του κ. Σταύρου Θεοδωράκη, όταν αναφερόταν στην κ. Τασία Χριστοδουλοπούλου. Σκέφτομαι πως αν την έλεγαν Ισμήνη, Αντιγόνη, Μυρτώ ή Λήδα την πρώην υπουργό, ο επικεφαλής του Ποταμιού θα αναγκαζόταν να αναζητήσει άλλον, πνευματικά κοπιαστικότερο τρόπο για να ειρωνευτεί ή να επικρίνει όσο αυστηρά το επιθυμεί την πολιτική της στο μεταναστευτικό και το προσφυγικό.

Μιας και αναφέρθηκα στον εκ δημοσιογράφων πολιτικό αρχηγό, ας πω κάτι παραπάνω για το σινάφι μας και τη δική του ευθύνη στα του ντιμπέιτ. Με τη δυσπιστία που ακούω τις ενστάσεις των προέδρων, με την ίδια ακούω και τα παράπονα των δημοσιογράφων που συμμετείχαν στο όλο θέαμα-ακρόαμα, επιλεγμένοι περίπου σαν εκπρόσωποι διαύλων και όχι σαν μερικώς εκφραστές της θρυλικής κοινής γνώμης. Γνώριζαν βέβαια ποια ακριβώς σκιαμαχία προοικονομούσαν οι αυστηροί όροι. Τους αποδέχτηκαν όμως, γνωρίζοντας επιπλέον ότι, και να το ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να πολεμήσουν το ασφυκτικό τυπικό «από τα μέσα». Αν βρέθηκε κανείς να πει όχι, να αρνηθεί τη συμμετοχή του, θα το ξέραμε.

Ορισμένοι ερωτώντες εμφανίστηκαν αρκετά καλά προετοιμασμένοι. Αλλοι αρκέστηκαν στην ίδια τους την εικόνα, στη φήμη τους. Ισως και στην πεποίθησή τους ότι αυτοί και όχι οι απέναντί τους πολιτικοί είναι η καθαυτό εξουσία.