ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι να αλλάξει στις δημοσκοπήσεις

Οι δημοσκοπήσεις πρέπει να αλλάξουν σε τουλάχιστον δύο βασικά σημεία. Πρώτο, να στηριχθούν σε δειγματοληπτικά σχήματα που θα παρέχονται από την ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή), όπου θα συνυπολογίζουν κινητά τηλέφωνα και κοινωνικές συμπεριφορές άρνησης καταγραφής στις έρευνες. Οσο αυτό δεν γίνεται, τα αποτελέσματα θα είναι μονίμως επισφαλή. Δεύτερο, οι υπεύθυνοι των εταιρειών χρειάζεται να ξανασκεφθούν τη μόνιμη παρουσία τους στους τηλεοπτικούς σταθμούς κατά την προεκλογική περίοδο. Η παρουσία τους επιδρά στα αποτελέσματα των ερευνών τους. Αν γίνεται αυτή τη φορά πολλή κουβέντα για τις δημοσκοπήσεις, είναι γιατί πράγματι, άθελά τους, λόγω οριακών καταστάσεων στο κατώφλι του 3%, επηρέασαν το μέλλον της χώρας, όχι απλώς κάποια αριθμητικά αποτελέσματα. Δεν έπεσαν έξω, αλλά «μας έριξαν έξω» κατά πολλούς. Δημοσκοπήσεις και Μέσα επέμειναν στο «ντέρμπι», άρα στην πολωμένη/ χαμένη ψήφο, που ευνοούσε μόνο τα δύο μεγάλα κόμματα. Είναι περισσότερο από εύλογο να υποστηριχθεί πως η ΛΑΕ, εάν υπήρχε καταγραφή της μεγάλης διαφοράς ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ., θα έβρισκε τις λίγες χιλιάδες ψήφων που θα την έβαζαν στη Βουλή. Σε αυτή την περίπτωση κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αριθμητικά δεν προέκυπτε. Αλλη κατάσταση, άλλος κόσμος. Και πολλά άλλα…

Οσοι έχουν κινητό αλλά όχι σταθερό τηλέφωνο και όσοι αρνούνται συστηματικά την καταγραφή τους σε έρευνες λείπουν από τις μετρήσεις. Αν προσθέσει κανείς και τα υπόλοιπα προβλήματα αρνήσεων απάντησης, τότε η απαραίτητη στατιστική επάρκεια και πληρότητα -όχι τυχαιότητα- του δείγματος των ερευνών πάσχει σημαντικά. Και συνακόλουθα η πιθανότητα σφαλμάτων αυξάνεται.

Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν είναι σε θέση να παραγάγουν και να συντηρήσουν με δικούς τους πόρους τις βάσεις δεδομένων που θα επέτρεπαν τον συνυπολογισμό στις έρευνες των παραπάνω πληθυσμών.

Είναι από τις πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου πρέπει να δρα το «επιχειρηματικό κράτος». Στα μεν κινητά, η ΕΛΣΤΑΤ, ως ανεξάρτητη αρχή, θα υπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον εάν προμήθευε δειγματοληπτικά σχήματα και στοιχεία κατόχων κινητών, ώστε όλες οι έρευνες -όχι μόνον οι δημοσκοπήσεις- να βοηθούν πιο έγκυρα στη λήψη αποφάσεων των ιθυνόντων. Εξάλλου -όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες της Ε.Ε.- αυτό θα ήταν και σημαντική πηγή εσόδων για την Αρχή.

Σε ό,τι αφορά τις συμπεριφορές μη καταγραφής, «δεν θέλω να με μετράς, να με προβλέπεις, να με ξέρεις», δεν περιορίζονται μόνο ή κυρίως στις δημοσκοπήσεις. Είναι σε μεγάλο βαθμό ευρύτερη στάση αντίθεσης στο «σύστημα», στο «κατεστημένο», στους «ολιγάρχες των Μέσων», διαμαρτυρία για την κοινωνία «αποκλεισμών». Η χαρτογράφηση και παρακολούθηση του φαινομένου έχει προδήλως εξαιρετικά ευρύτερο ενδιαφέρον. Είναι ξεκάθαρα δουλειά των μονάδων βασικής κοινωνικής έρευνας στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, με οικονομικούς πόρους ή παροχές που και η Ε.Ε. και το ελληνικό Δημόσιο αλλά και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες θα προσέφεραν, ιδιαίτερα σήμερα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα.

Σκοπίμως δεν αναφέρομαι στα exit polls. Πρόκειται για καθαρά τηλεοπτικό προϊόν, με πολύ χαμηλής ποιότητας στατιστικές ιδιότητες λόγω της εκλογικής νομοθεσίας στην Ελλάδα. Οσο οι κάλπες των exit polls δεν βρίσκονται έξω από το εκλογικό τμήμα, αλλά έξω από το κτιριακό συγκρότημα, τα αποτελέσματα θα είναι ιδιαιτέρως επισφαλή, διότι δεν εξασφαλίζεται η στατιστική τυχαιότητα του δείγματος.

Το κάθε Μέσο, κυρίως ηλεκτρονικό, κυρίως τηλεοπτικό, έχει τον «δημοσκόπο του» σε ρόλο πολιτικού αναλυτή. Ετσι οι υπεύθυνοι των εταιρειών δημοσκοπήσεων ταυτίζονται με το Μέσο και καταλήγουν στο να ενισχύουν τον φαύλο κύκλο της αποδοχής/ απόρριψής τους ως «γραναζιών» του συστήματος. Θα ήταν καλύτερα, αν όχι για τους ίδιους, τουλάχιστον για την ακρίβεια των μετρήσεων, στο μέλλον να απείχαν από τη δημοσιότητα.

Να επισημάνουμε, τέλος, ότι η αγορά των δημοσκοπήσεων έχει συρρικνωθεί. Εύγλωττο παράδειγμα τα exit polls, όπου σήμερα ξοδεύεται το 12,5% των χρημάτων σε σχέση με το 2009. Τόσο λοιπόν μικρότερη επένδυση, τόσο πιο σύνθετο πολιτικό σκηνικό και τόσο πιο εντατική χρήση των στοιχείων από τα Μέσα, όλα αυτά οδηγούν τις δημοσκοπήσεις στα όριά τους.

* Ο κ. Γιάννης Αναστασάκος είναι μηχανικός και κοινωνικός επιστήμονας.