ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Σία της Παιδείας λύνει εξισώσεις;

Η νέα αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου αποδείχθηκε ανακόλουθη των δηλώσεών της και (επί της ουσίας) λαϊκίστρια. Εδώ και ένα μήνα, όλοι μιλούν για τα κενά των σχολείων. Ο ίδιος ο Νίκος Φίλης, νέος υπουργός Παιδείας, κατά την τελετή παραλαβής του χαρτοφυλακίου, έκανε λόγο για παθογένειες του συστήματος, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να επαναλαμβάνεται κάθε χρονιά. Μάλιστα, τα στοιχεία των υπηρεσιών του υπουργείου Παιδείας είναι αποκαλυπτικά. Χαρακτηριστικά, οι περιφερειακοί διευθυντές φέτος δεν έκαναν μετακινήσεις των πλεονασματικών εκπαιδευτικών εντός της περιφερείας ευθύνης τους (με βάση το άρθρο 31 του νόμου 3848/10), με αποτέλεσμα να υπάρχουν πλεονάσματα στα σχολεία μιας εκπαιδευτικής Διεύθυνσης και ελλείμματα σε σχολεία μιας γειτονικής Διεύθυνσης. Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί για δύο βασικές ειδικότητες –φιλολόγων και μαθηματικών– στην Αττική. Συνολικά, υπάρχουν περιοχές (που «ανήκουν» σε Διευθύνσεις με βάση τη δομή της εκπαίδευσης) με συνολικά 64 κενά σε φιλολόγους και άλλες με συνολικά 176 πλεονάσματα. Δηλαδή, η Α΄ Διεύθυνση Αθήνας (Παγκράτι, Αμπελόκηποι κ.λπ.) έχει πλεόνασμα 50 φιλολόγων, η Γ΄ Αθήνας (Αιγάλεω, Περιστέρι κ.λπ.) 43 και 34 η Δυτική Αττική (Ελευσίνα, Μάνδρα κ.ά.). Αντιθέτως, 28 κενά έχει η Β΄ Αθήνας (Μαρούσι, Αγία Παρασκευή κ.ά.) και 4 η Δ΄ Αθήνας (Νέα Σμύρνη, Δάφνη κ.ά.). Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται σε σχολεία που υπάγονται στην ίδια διοικητική περιοχή: σε γυμνάσια και λύκεια νησιών του Αργοσαρωνικού υπάρχουν 8 κενά φιλολόγων, ενώ στα σχολεία του κέντρου του Πειραιά 38 φιλόλογοι πλεονάζουν. Το αντίστοιχο ισχύει και στους μαθηματικούς, καθώς στην Αττική υπάρχουν διοικητικές Διευθύνσεις με κενά (συνολικά 33) και άλλες με πλεονάσματα (συνολικά 85). Και αυτό συμβαίνει και σε άλλες ειδικότητες καθηγητών.

Μόλις μία ημέρα μετά την ορκωμοσία της στη νέα κυβερνητική θέση, η κ. Αναγνωστοπούλου έσπευσε να δώσει την πρώτη ραδιοφωνική της συνέντευξη. Θα μπορούσε να γνωρίζει τα παραπάνω στοιχεία από τις υπηρεσίες του υπουργείου, θα μπορούσε και όχι. Εάν τα παρουσίαζε, εκτιμώ ότι θα έπειθε τους ακροατές, μιας και θα έθιγε μια παθογένεια του οξύτατου ετήσιου προβλήματος. Αλλά και που δεν τα παρουσίασε, δικαιολογείται από τον λίγο χρόνο στη νέα της υπουργική θέση.

Αυτό όμως που την καθιστά ανακόλουθη είναι ότι δεν είχε την ίδια στάση με το ζήτημα των Θρησκευτικών. Αντίθετα, στην ίδια συνέντευξη έσπευσε να σχολιάσει τον ισχύοντα τρόπο χορήγησης απαλλαγής των μαθητών από τα Θρησκευτικά, κρίνοντας ότι χρήζει αλλαγής. Είχε μελετήσει το θέμα; Ή απλώς είπε μια κουβέντα… παραπάνω στο πλαίσιο μιας ερτζιανής συζήτησης, θέλοντας να ικανοποιήσει τις αριστερίστικες απόψεις ενός κοινού; Η στάση της κ. Αναγνωστοπούλου αποπνέει ιδεοληπτικό λαϊκισμό, που ταιριάζει γάντι σε ακαδημαϊκούς κύκλους, αλλά όχι σε μία διακυβέρνηση που θέλει να λύσει προβλήματα και όχι να δημιουργήσει νέα, με άτσαλο τρόπο.