ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας πρωθυπουργός στα μέτρα μας;

Θρησκευτικά, Σαλαμίνα, Μακεδονία, πρόσφυγες, Αρης, Τσίπρας – Κλίντον. Πέντε και ένα γεγονότα με κοινή καταγωγή, δηλαδή πέντε και μία εκδηλώσεις ενός ίδιου προβληματισμού. Τα τρία πρώτα δεν γίνεται να μην τα ξανασκεφθούμε γιατί υπάρχουν τα δύο επόμενα. Το τελευταίο είναι εκείνο που τα συνοψίζει όλα, η χάρη του πρωθυπουργού: μια πολύ ρεαλιστική εικόνα των Ελλήνων.

Η εποχή μας έχει αναποδογυρίσματα, συνακόλουθα η χώρα είναι σε σταυροδρόμι, σε σημείο καμπής της εξέλιξης. Είναι βέβαιο ότι αλλάζουμε και συζητούμε το πώς. Τι κρατάμε, τι πετάμε, με τα άγρια λόγια παλιού τραγουδιού. Αν στην οπτική των ανθρώπινων δικαιωμάτων τα Θρησκευτικά-κατήχηση στο σχολείο είναι παραβίαση, γίνεται επιβίωση στην οπτική της συντήρησης μιας ταυτότητας, σωσίβιου στα κύματα των ανατροπών.

Οση ανατριχίλα βγάζει σε κάποιους η αντιαισθητική πολεμική αρετή του Καμμένου στην κόκκινη μοκέτα της Σαλαμίνας τόση οργή ανημποριάς γεννά σε άλλους η συνείδηση «εθελούσια υποχρεωτικής» εκχώρησης κρατικής εξουσίας σε υπερεθνικά κέντρα. Οση ανησυχία απομόνωσης προκαλεί η απουσία Τσίπρα από την παγκόσμια συζήτηση για τους τζιχαντιστές, με το πρόσχημα «Μακεδονία», άλλο τόσο φόβο εισβολής γεννούν τα καραβάνια των προσφύγων που καταλαμβάνουν νησιά και πλατείες.

Οι Ελληνες γερνάμε. Μέχρι το 2050 οι μισοί θα είναι πάνω από 65 χρόνων. Είναι λύση να γεμίσουμε μουσουλμάνους, Σύρους, Αφγανούς; Αν δεν κρατήσουμε τις παραδόσεις, την ταυτότητα, πώς θα τους αφομοιώσουμε; Πόσους αντέχουμε να αφομοιώσουμε; Κι όταν στο σχολείο έχουμε μόνο κατήχηση για τη θρησκεία και για την Ιστορία, πώς να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο που αναποδογυρίζει και ζητάει να ζήσει ο ένας με τα δίκια του άλλου; Η παρακμή είναι το άλλο όνομα για τις «αλήθειες» που δεν αλλάζουν!

Η πλατεία Βικτωρίας δεν είναι μόνο ακόμη μία επίδειξη ενδημικής κρατικής ανικανότητας. Είναι και μια ακραία «συζήτηση», διαπραγμάτευση «συμβίωσης» με άλλα μέσα κατά Π. Κονδύλη. Με τη Χρυσή Αυγή και τις ΜΗΚΥΟ να επιχειρούν ταυτόχρονα σε κοινό πεδίο. Εχει σημασία αν αυτό που συμβαίνει το θεωρήσουμε πόλεμο ή το αντιληφθούμε ως ανταγωνισμό. Αν το αποφασίσουμε ως πόλεμο, επειδή το κατηχημένο είδος των Ελλήνων απειλείται με εξαφάνιση, τότε να προχωρήσουμε στη δική μας τζιχάντ. Με εφόδια τη συγκίνηση που προκαλεί ακόμη η γονική μας παροχή στον δυτικό πολιτισμό και τον φόβο των άλλων μη γίνουμε «διαλυμένο κράτος» στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης. Και με τα ψυχικά αποθέματα της διαχρονικής ιστορικής και θρησκευτικής κατήχησης της εγκύκλιας παιδείας μας.

Αν πάλι μας μοιάζει με ανταγωνισμό και αναζήτηση παγκόσμια μιας νέας ισορροπίας χωρίς θεμελιακές ανατροπές, είναι καιρός να αρχίσουμε να αλλάζουμε, με προσοχή, τις «αλήθειες» μας. Λιγότερη κατήχηση και περισσότερος σαρκασμός με τα κουσούρια μας. Η ανοχή στο χιούμορ είναι δείκτης της ικανότητας να αποδέχεσαι, άρα να εξελίσσεσαι και να αλλάζεις.

Φοβάμαι πως αυτό που μας συμβαίνει είναι ότι εκπαιδευόμαστε για πόλεμο και αναγκαζόμαστε να ζούμε τον ανταγωνισμό. Κι έτσι δεν μπορούμε να υποδεχθούμε τίποτε. Ούτε πρόσφυγες ούτε επενδύσεις ούτε εξελίξεις. Μας αρκούν «ιστορικές» στιγμές σαν τη φωτογραφία ζευγών Ομπάμα – Τσίπρα, σαν την άλωση του Λονδίνου από τον Ολυμπιακό ή τη διάκριση κάποιας Εθνικής σε κάποιο άθλημα. Πόσες μέρες μπορούν αυτά να μας θρέψουν, να μας κρατήσουν όρθιους;

Αν κάτι εκφράζει με ακρίβεια το ανακάτωμα και το αδιέξοδο, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, συνιστώσες και συνονθύλευμα, με τη Θεσσαλονίκη, τη μη διακυβέρνηση της μη διαπραγμάτευσης, το δημοψήφισμα του «Οχι» για να πούμε «Ναι», των capital controls και του μνημονίου και της εκλογικής πάλι κυριαρχίας.

Κι αν κάτι πάλι δίνει πρόσωπο στον δισταγμό της κατεύθυνσης, στη συνομιλία του θορύβου των πολλαπλών φωνών, είναι ο ίδιος ο Τσίπρας. Βουτάει εφήμερα, όποτε θέλει, στην κάθε πλευρά τής εκάστοτε τραμπάλας.

Κι αν, τέλος, ένα γεγονός και δυο εικόνες συνόψισαν τα πάντα, είναι στην καρέκλα τής μη συζήτησης με τον Κλίντον. Ασυζητητί τα είπε όλα: την ανεπάρκεια της παίδευσης (αγγλικά), την αμηχανία από την έλλειψη κατανόησης του περιβάλλοντος (στην Ελλάδα λαδώνουν), την αναίδεια του στριμωγμένου (θα δώσουμε πάλι τα φώτα μας στην Ευρώπη). Κι από την άλλη, είχε την αποκοτιά να αψηφήσει, να εκτεθεί στους «ξένους» με όπλο την καρτερική, αλυτρωτική αντοχή της γύμνιας του.

Ο Αλ. Τσίπρας είναι ο πρώτος πρωθυπουργός μετά το 1974 που μοιάζει πολύ στη δημόσια Ελλάδα όπως τη χτίζουν: τα Μέσα και κυρίως η τηλεόραση, η σχολική μας κατήχηση και η πολιτική αριστερή παιδεία της μεταπολίτευσης.

* Ο κ. Γιάννης Αναστασάκος είναι μηχανικός και κοινωνικός επιστήμονας.