ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελληνες που μισούν Ελληνες

Υπάρχουν καλοί και κακοί λαοί; Σε άρθρο του στον ιστότοπο lifo.gr, με τον τίτλο «Το βδέλυγμα», ο θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης θεωρεί πως ο ελληνικός λαός δεν είναι απλώς κακός αλλά ένα βδέλυγμα. Για όσους δεν γνωρίζουν, χρόνια πριν, ο κ. Δημητριάδης είχε προκαλέσει τον θαυμασμό κοινού και κριτικής με το θεατρικό έργο που φέρει τον εύλογο –για το πρόσφατο άρθρο– τίτλο «Πεθαίνω σαν χώρα», ενώ το έργο του συνολικά χαίρει μεγάλης εκτίμησης (και) στη Γαλλία.

«Ανήκω σε έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι», γράφει, μεταξύ άλλων, ο Δ. Δημητριάδης. «Ο ελληνικός λαός είναι ένα τέρας προορισμένο να γεννάει μόνο τέρατα. […] Είναι… ένας λαός αγενής –απρεπής και από κακό σόι–, επιδεκτικός μόνο για την ανάδειξη και την επιβράβευση του κάκιστου, του αίσχιστου, του αποκρουστικού. […] Ο λαός αυτός πρέπει να τιμωρηθεί γι’ αυτό που είναι και για όσα διαπράττει. Η τιμωρία του πρέπει να είναι ισοδύναμη με τη βδελυρότητά του: συντριπτική».

Πέραν του προσωπικού, πομπώδους ύφους του συγγραφέα, ο βασικός προβληματισμός του είναι οικείος σε όλους μας – ας ομολογήσουμε τουλάχιστον αυτό. Αν μη τι άλλο, η σχέση αγάπης και μίσους του Ελληνα με τους συμπατριώτες του, και ευρύτερα με την Ελλάδα (μια χώρα είναι πρωτίστως οι κάτοικοί της), η απότομη εναλλαγή ανάμεσα στους δύο πόλους είναι ο κανόνας, ανάλογα με τη βολή της στιγμής και τις εξάρσεις του θυμικού – στο οποίο υποκύπτει σχεδόν παθητικά κάθε Ελληνας. Και ο γράφων, και ο συγγραφέας του συγκεκριμένου άρθρου, και όλοι μας. Αν, λόγου χάρη, ο Αγγλος έχει εύκολο το φλέγμα, ο Ελληνας έχει τον θυμό, την γκρίνια. Κατά προέκταση, αν η αντίδραση του πρώτου είναι αυτή ενός ενήλικου (παίρνω απόσταση από τα πράγματα και σαρκάζω), του δεύτερου είναι εκείνη ενός παιδιού (είμαι βυθισμένος στον εαυτό μου).

Υπό ένα άλλο πρίσμα, υπάρχουν Ελληνες που αγαπούν παθιασμένα την Ελλάδα και Ελληνες που τη μισούν θανάσιμα. Υπάρχουν επίσης Ελληνες που (λένε ότι) αγαπούν την Ελλάδα και της κάνουν κακό και Ελληνες που (λένε ότι) τη μισούν αλλά της έχουν προσφέρει. Ο Δ. Δημητριάδης μάλλον ανήκει σε αυτούς που μισούν την Ελλάδα αλλά, για ορισμένους, της έχει προσφέρει με το έργο του· ο γράφων δεν ανήκει ούτε σε αυτούς που αγαπούν την Ελλάδα ούτε σε εκείνους που τη μισούν. Ας πούμε ότι κάποτε αισθάνομαι δυσφορία απέναντι στους συμπατριώτες μου, ότι η καθημερινότητα στην Ελλάδα καταντά αφόρητη ώρες ώρες και ο στίχος του Σολωμού «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα νιώσεις κάθε είδους ψυχικό μεγαλείο» ακούγεται σαν κακόγουστη φάρσα που έστησε ο εθνικός μας ποιητής…

Δεν με απασχολεί τόσο το άρθρο καθεαυτό όμως, όσο η αναγκαιότητα να προκύπτει κάθε τόσο ένα τέτοιο κείμενο στην Ελλάδα. Το ότι, από άλλη αφετηρία, ο Νίκος Δήμου έγινε διάσημος με το σατιρικό (αγγλοσαξονικής πνοής) «Η δυστυχία τού να είσαι Ελληνας» και ο Δ. Σαββόπουλος μίλησε κάποτε για «Κωλοέλληνες».

Δεν είμαι σίγουρος αν, π.χ., οι Αγγλοι και οι Γερμανοί αισθάνονται την ανάγκη να καταδικάζουν με τόσο σαρωτικό τρόπο τον λαό τους. Συνήθως, ακόμα κι αν ένας Αγγλος ή ένας Γερμανός απεχθάνεται τους συμπατριώτες του μάλλον αδιαφορεί γι’ αυτούς, τους παρωδεί, τους σαρκάζει, μολονότι θα είχε κάθε λόγο ένας Γερμανός, μετά τους δύο παγκοσμίους πολέμους και μια γενοκτονία, να μισεί τον λαό του με μεγάλα φωτεινά γράμματα. Συχνότατα, πάλι, οι Εβραίοι –τα θύματα του γερμανικού Ολοκαυτώματος– κατατροπώνουν τους ομόθρησκούς τους, στον βαθμό που κάποιοι συγγραφείς τους να χαρακτηρίζονται Self-hating Jews (Εβραίοι που μισούν τον εαυτό τους).

Η κρίση των τελευταίων ετών, πέρα από τα οικονομικά και τα πολιτικά, έβγαλε στην επιφάνεια ελληνικά σύνδρομα και απωθημένα όχι ετών αλλά αιώνων. Συμπλέγματα, στίγματα και συλλογικές ψυχικές εγγραφές πολιτισμικού, ανθρωπολογικού χαρακτήρα. Είναι ένα τεράστιο θέμα και εδώ ο χώρος δεν επαρκεί. Να θέσουμε απλώς, με αφορμή το εν λόγω άρθρο στη Lifo, ένα ερώτημα: αν η διαχρονική μας ανάγκη να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως σκουπίδια είναι η άλλη πλευρά της μεγαλομανίας μας, του ναρκισσισμού μας, του συνδρόμου του «περιούσιου λαού» που στο βάθος μάς διακρίνει και που συνιστά, εν τέλει, ένα διαρκές διαζύγιο από την πραγματικότητα.