ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι ανήθικοι οι διανοούμενοι;

​​Στα «Εμφύλια πάθη», το πρόσφατο έργο των ιστορικών Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη, διάβασα, με κάποια έκπληξη είναι η αλήθεια, πως η ιδέα της «ομηρίας» ήταν έμπνευση του Δημήτρη Γληνού. Η σύλληψη ομήρων, πολλοί από τους οποίους εκτελέσθηκαν τον χειμώνα του ’44-’45 είναι μία από τις πλέον επονείδιστες στιγμές του εμφυλίου πολέμου. Η έκπληξή μου οφείλεται στον σχετικό σεβασμό με τον οποίον αντιμετώπιζα ως πρόσφατα την προσωπικότητα του Γληνού, ενός από τους ελάχιστους διανοούμενους σε ένα ΚΚΕ που τον καιρό εκείνο το διοικούσε ένας απόφοιτος της 6ης δημοτικού, ο Γιάννης Ιωαννίδης. «Ο Γληνός είχε αυτή τη σκέψη επειδή είχε και πείρα από τα άλλα πραξικοπήματα που γινόντουσαν από παλιά στην Αθήνα» – παράθεμα από τις «Αναμνήσεις» του Ιωαννίδη στη σελίδα 250 του «Εμφύλια πάθη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Οπου αποδεικνύεται πως η γνώση, και δη της Ιστορίας, μπορεί να αποδειχθεί άκρως τοξική εάν δεν συνοδεύεται και από το αντίστοιχο ηθικό υπόβαθρο. Θα μου πείτε ο Γληνός έβλεπε τον κόσμο του υπό το πρίσμα της δικής του ηθικής, κατά την οποία η ταξική πάλη είχε ακυρώσει όλους τους προηγούμενους κανόνες, άγραφους ή γραπτούς, της ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτή η ηθική τον είχε εμποδίσει προπολεμικά να υπερασπιστεί τον Συκουτρή όταν του επετέθησαν οι «κουλουροπώλαι» και λοιπά ευγενή σωματεία για την έκδοση του πλατωνικού «Συμποσίου» επειδή δεν ήταν αριστερός. Οταν οι διανοούμενοι τελούν υπό πολιτική ομηρία ακυρώνουν εαυτούς, ενίοτε δε και εγκληματούν. Ειδικά όταν συμβουλεύουν αγράμματους σαν τον Ιωαννίδη του ΚΚΕ.

Στην αντίπερα όχθη έχω πάντα κατά νου την απόφαση του Αλμπέρ Καμύ να συνυπογράψει με άλλους ομοτέχνους του, όπως ο Μωριάκ, την αίτηση απονομής χάριτος στον Μπραζιγιάκ, ο οποίος είχε καταδικασθεί σε θάνατο ως συνεργάτης των Γερμανών στην κατοχή. Ο Καμύ γράφει στο ημερολόγιό του πως τον Μπραζιγιάκ τον αντιπαθούσε ως πρόσωπο και δεν τον εκτιμούσε ως ποιητή. Ηταν επίσης σίγουρος πως αν ο ίδιος βρισκόταν στη θέση του εκείνος δεν θα κουνούσε ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για να τον υπερασπιστεί. Εμεινε άυπνος όλη νύχτα ώσπου να αποφασίσει και τελικά υπέγραψε επειδή ήταν κατά της ποινής του θανάτου. Είχε κινδυνεύσει συμμετέχοντας στην αντίσταση, είχε χάσει φίλους του, όμως οι ηθικές του αξίες ήταν τόσο ισχυρές που δεν του επέτρεπαν να τις θυσιάσει στον βωμό της πολιτικής ανάγκης.

Ως γνωστόν την αντίθετη στάση κράτησε ο Σαρτρ, με αποτέλεσμα να πάθει διανοητικό καταρράκτη και να υπερασπίζεται τους ερυθροφρουρούς της πολιτιστικής επανάστασης του Μάο, η οποία κατέχει περίοπτη θέση στον κατάλογο της κομμουνιστικής βαρβαρότητας. Συμπεριφέρθηκε δε στους αντιπάλους του, και τον Καμύ πρώτον απ’ όλους, με τον ίδιο απολυταρχισμό που χρησιμοποίησε ο Τσαουσέσκου, ο οποίος εξόντωσε μια ολόκληρη γενιά Ρουμάνων διανοουμένων στέλνοντάς τους να πεθάνουν σκάβοντας στις εκβολές του Δούναβη.

Στα μέρη μας οι σημαντικότεροι διανοούμενοι, ακόμη κι αν δεν ήταν δεξιοί με την αυστηρή έννοια, δεν ήταν πάντως αριστεροί. Από τα δύο Νομπέλ, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, ως τον Κανελλόπουλο, τον Τσάτσο, τον Λορεντζάτο και τον Θεοτοκά. Ακόμη και σήμερα, η εκφορά διανοούμενου λόγου στον δημόσιο χώρο οφείλεται σε ανθρώπους σαν τον Στέλιο Ράμφο ή τον Νίκο Δήμου, οι οποίοι πάντως δεν είναι αριστεροί. Ο Ανδρέας Καραντώνης, ο οποίος συνεργάστηκε με τη χούντα, προσέφερε πολύ περισσότερα στη λογοτεχνία από τον χωροφύλακα της λογοτεχνικής αριστεράς Μάρκο Αυγέρη. Ως εκ τούτου, όταν ακούω να μου λένε πως η δεξιά διανόηση είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο, μπορώ να το ερμηνεύσω μόνον ανάγοντάς το στη δημοκρατική ημιμάθεια της μεταπολίτευσης.

Μα τι κάνουν επιτέλους οι διανοούμενοι; Γιατί σιωπούν; Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι προϊόν του χαμηλού πνευματικού μας επιπέδου. Συνήθως, για τον δημοσιογραφικό λυρισμό, παρέμβαση των διανοουμένων θεωρούνται είτε συναυλίες είτε μανιφέστα που τα υπογράφουν οι Τσακνήδες και οι Κραουνάκηδες του τόπου τούτου. Υπάρχουν και τα άλλα, τα πιο σοβαρά, με τους καθηγητές, τα οποία όμως δεν χαίρουν τηλεοπτικής καλύψεως. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι όταν μιλάμε για παρέμβαση των διανοουμένων περιμένουμε να ακούσουμε τη γνώμη τους για τον ΦΠΑ. Ζητάμε να πάρουν θέση σ’ αυτά που λένε οι πολιτικοί, και μάλιστα, αν συμφωνούμε μαζί τους τόσο το καλύτερο γιατί αλλιώς είναι προδότες γερμανοτσολιάδες.

Υπάρχει κοινό για τον διανοούμενο λόγο στην Ελλάδα; Για έναν λόγο σαν αυτόν που άρθρωσε ο Καμύ, ή ο Θεοτοκάς και ο Σεφέρης ακόμη και στα «Πολιτικά Ημερολόγιά» τους και όχι σαν αυτόν του Γληνού που πρότεινε στον Ιωαννίδη την ομηρία. Και βέβαια υπάρχει. Απλώς δεν φωνάζει, δεν κλείνει δρόμους και δεν διαθέτει συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Υπάρχει χώρος, θεματική; Μήπως μια ουσιαστική συζήτηση για την εκπαίδευση, που θα εντρυφήσει στη σχέση της εθνικής μας ταυτότητας με την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, μαζί με τις πραγματικές μας δυνατότητες και θα οδηγήσει στη μεταρρύθμιση του σχολείου και του πανεπιστημίου; Οταν λένε οι υπουργοί διάλογο εννοούν επιτροπές και το κακό συνδικαλιστικό συναπάντημα. Μήπως μια δημόσια συζήτηση για το προσφυγικό- μεταναστευτικό θα μας βγάλει από τις δαγκάνες της Χ.Α. ή του ηλίθιου που λέει «κάθε πικραμένος στην πλατεία Βικτωρίας» και θα μας επιτρέψει να ανακτήσουμε τα πολιτισμικά μας δικαιώματα;