ΑΠΟΨΕΙΣ

Ερμηνείες και παρερμηνείες

Η ​​περίπλοκη και ιδιάζουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας προσφέρεται για διάφορες ερμηνείες, όπως και παρερμηνείες. Αποτελεί τη σύνθεση επιμέρους δυναμικών που πρέπει να αποκρυπτογραφηθούν προσεκτικά. Πώς και πότε τελικά θα μπορεί να έρθει η ανάπτυξη;

Η κύρια θετική επίδραση προέρχεται αναμφίβολα από το γεγονός ότι, για πρώτη φορά από όταν η ελληνική οικονομία απώλεσε τη δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές και της ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής, τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση, αλλά και πρόσφατα το εκλογικό σώμα, τοποθετούνται υπέρ της εφαρμογής του προγράμματος και της συμφωνίας. Εχουμε λοιπόν σημαντική μείωση του πολιτικού ρίσκου, του κύριου στοιχείου που προηγουμένως οδηγούσε σε βαθιά αβεβαιότητα και απο-επένδυση και δυσχέραινε την ανάκαμψη.

Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές ότι υπάρχουν επιπτώσεις από τα γεγονότα συνολικά του τελευταίου έτους. Σε μια ήδη πολύ επιβαρημένη και ευάλωτη οικονομία, έπειτα από τέσσερα χρόνια σε πρόγραμμα προσαρμογής και συρρίκνωσης, ήρθαν να προστεθούν η παρατεταμένη περίοδος έντασης με τους εταίρους και η έλλειψη χρηματοδότησης, η κορύφωση της κρίσης με το δημοψήφισμα και τη διακοπή της τραπεζικής λειτουργίας, η ακραία αβεβαιότητα με κίνδυνο για ασύντακτη χρεοκοπία και απώλεια των καταθέσεων. Η πορεία εκτροπής εντέλει περιορίστηκε σχετικά, με ένα νέο πρόγραμμα που διατηρεί την επιτήρηση για μία ακόμη τριετία. Υπάρχει όμως βαρύ κόστος που θα χρειαστεί χρόνος και επίμονη προσπάθεια ώστε να απορροφηθεί.

Δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί ότι στο πρώτο μισό του έτους υπήρχε ακόμα η θετική επίδραση της σταθεροποίησης και σχετικής ανάκαμψης που είχε επιτευχθεί πέρυσι, σε συνέχεια και της προηγούμενης εξισορρόπησης στα δίδυμα ελλείμματα, δημοσιονομικό και εξωτερικού ισοζυγίου, και της τότε βελτίωσης των προσδοκιών. Ακόμη, διαρθρωτικές αλλαγές που δρομολογήθηκαν στις αγορές εργασίας και προϊόντων μετά το 2010 έχουν αρχίσει σταδιακά να αποδίδουν, έστω και σε σχετικά χαμηλό ακόμη επίπεδο, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα και σταδιακά στρέφοντας πόρους προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Συνθέτοντας τις δυνάμεις που περιγράφονται παραπάνω, αναμένουμε ότι θα υπάρξει σημαντικός υποβιβασμός του επιπέδου των επενδύσεων, που με τη σειρά του θα οδηγήσει σε σημαντική ύφεση στο δεύτερο μισό της τρέχουσας χρονιάς και στο πρώτο μισό της επόμενης. Ως μέτρο σύγκρισης, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον αρχικό, και ρεαλιστικό, σχεδιασμό για ανάπτυξη άνω του 2% φέτος και ακόμη μεγαλύτερη για του χρόνου. Πάντως, αν το πρόγραμμα εξελιχθεί ομαλά και χωρίς παρεκκλίσεις, ξεκινώντας με την έγκαιρη και ξεκάθαρη επίλυση του προβλήματος στις τράπεζες, τα δεδομένα δείχνουν ότι η ύφεση συνολικά φέτος μπορεί να περιοριστεί κάτω από το 2% και άρα να υπάρξει ευνοϊκότερη εξέλιξη από αυτήν του πρόσφατου προσχεδίου του προϋπολογισμού. Επιστροφή στην ανάπτυξη, με τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να αναμένεται μετά το μέσο του επόμενου έτους.

Η συνολικά ρευστή και σύνθετη εικόνα της οικονομίας, πάντως, προσφέρεται και για λάθος ερμηνείες. Από τη μια, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αναπόφευκτα κατά τους επόμενους μήνες θα υπάρχει πίεση στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό όμως δεν θα σημαίνει ότι το πρόγραμμα είναι αδιέξοδο. Πληρώνεται τώρα το κόστος της μη έγκαιρης επίτευξης μιας ευνοϊκής συμφωνίας και γενικότερα της αδυναμίας να υπάρξει εσωτερικά συναίνεση με κατεύθυνση προς την αναπτυξιακή πορεία και της έλλειψης αξιοπιστίας προς το εξωτερικό. Από την άλλη, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η μελλοντική θετική πορεία είναι δήθεν διασφαλισμένη. Αυτό δεν είναι αληθές. Αντίθετα, με την πρόσφατη συμφωνία, δόθηκε ένα τελευταίο περιθώριο προσαρμογής στην ελληνική οικονομία. Ομως, για να έχει προλάβει να εκφραστεί σε αυτό το διάστημα το θετικό αποτέλεσμα από τις νέες επενδύσεις που είναι απαραίτητο να έρθουν, θα πρέπει να έχουν γίνει οι κύριες σταθεροποιητικές κινήσεις ήδη μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες ή έστω μήνες.
Ισως γίνεται σταδιακά και ευρύτερα σαφές ότι το βάθος και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κρίσης είναι τέτοια που για να αναστραφεί δεν αρκούν κινήσεις τακτικής. Απαιτείται δυναμική συνεννόησης αλλά και τόλμη για την άρση των βασικών στρεβλώσεων που στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο υπονομεύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Με άλλα λόγια, δεν απαιτείται τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από ένα σαφές πρόγραμμα πραγματικής σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας προς τον μέσο όρο των άλλων οικονομιών στην Ευρωζώνη. Οι αντικειμενικές δυνατότητες υπάρχουν, και μάλλον μόνο για μία τελευταία φορά.

Απαιτείται όμως και η σαφής και αποφασιστική έκφραση της υποκειμενικής βούλησης από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

* Ο κ. Ν. Βέττας είναι γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.