ΑΠΟΨΕΙΣ

Διάσπαση της Ν.Δ.

Η βεβιασμένη προώθηση της διαδικασίας εκλογής νέου αρχηγού στη Νέα Δημοκρατία αποδεικνύεται εξαιρετικά ατυχής. Τη στιγμή που η χώρα δίνει το στοίχημα της επιβίωσης –υπερψήφιση επώδυνων αλλά καθοριστικών μέτρων, αξιολόγηση, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, ελάφρυνση χρέους– η αξιωματική αντιπολίτευση βιώνει μια τραυματική εσωστρέφεια και αντί να συνεισφέρει στο εθνικό στοίχημα, σημαντικό μέρος της υποκύπτει στον λαϊκισμό.

Ηταν τόσο δύσκολο να συνεχίσει για μερικούς μήνες με πρόεδρο τον κ. Μεϊμαράκη, ο οποίος ναι μεν δεν ξεσήκωσε τα πλήθη, αλλά διατήρησε το κόμμα ενωμένο; Ετσι κι αλλιώς, θα διεξαγόταν το τακτικό συνέδριο την ερχόμενη άνοιξη και στη συνέχεια θα μπορούσε κάλλιστα να εκλεγεί πρόεδρος.

Αντίθετα, επελέγη η οδός των κομματικών υποψηφιοτήτων και της εσωτερικής διαμάχης, εξέλιξη που εκ των πραγμάτων δυσχεραίνει, αν δεν καθιστά αδύνατη, την υιοθέτηση υπεύθυνης στάσης, όπως αυτή που επιβάλλουν οι συνθήκες, για τη διαχείριση των εξελίξεων σε κομβικά ζητήματα για το μέλλον της χώρας (ασφαλιστικό, εργασιακές σχέσεις κ.ά.).

Με δεδομένο το δύσκολο εσωκομματικό περιβάλλον, η Ν.Δ. εμφανίζεται να ορθώνει έναν εν μέρει «αντιμνημονιακό» αντιπολιτευτικό λόγο, προκαλώντας έκπληξη, αν όχι αγανάκτηση, στους Ευρωπαίους εταίρους, ιδιαίτερα στους ιδεολογικά συγγενείς.

Δεν νοείται να συνεχίζεται αυτή η κοροϊδία: τα κόμματα που βρίσκονται στην αντιπολίτευση να είναι κατά του μνημονίου, το οποίο στη συνέχεια υπερψηφίζουν και υλοποιούν όταν γίνονται κυβέρνηση, για να ξαναφορέσουν τον αντιμνημονιακό μανδύα όταν επιστρέφουν στην αντιπολίτευση. Πρέπει να τελειώσει αυτό το θέατρο λαϊκισμού.

Μετά τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό, την αποδοχή του μνημονίου και την εκ μέρους του προώθηση των πιο σκληρών, αντιλαϊκών μέτρων, η συγκυρία προσφερόταν για να ανατρέψει η Ν.Δ. την άσχημη αυτή παράδοση της λαϊκίστικης αντιπολίτευσης. Να εμφανιστεί σοβαρή, συνεπής και αξιόπιστη. Δυστυχώς, δεν το τολμά, με αποτέλεσμα οι σοβαροί, νοήμονες άνθρωποι να αναρωτιούνται εάν είναι αυτή εικόνα ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κεντροδεξιού κόμματος.

Ισως, τελικά, είναι δύσκολο να συνυπάρξουν υπό την ίδια στέγη φιλελεύθεροι ευρωπαϊστές, υπέρμαχοι της ελεύθερης οικονομίας και της αξιοκρατίας, που όχι απλά δέχονται αλλά πιστεύουν στη διαφορετικότητα, με συντηρητικούς υπερπατριώτες, που στην ουσία είναι κρατιστές και στην ακραία έκφανσή τους ενίοτε εμφανίζουν ακόμη και ρατσιστικά χαρακτηριστικά.

Εάν δεν υπάρξουν ηχηρές κινήσεις ευθύνης και δεν εκλείψουν οι φαιδρότητες, σε συνδυασμό με την απουσία της προοπτικής ταχείας επιστροφής στην εξουσία, που λειτουργούσε κατά το παρελθόν ως συγκολλητική ουσία, θα ανοίξει ο δρόμος για τη διάσπαση της Ν.Δ. σε τουλάχιστον δύο κομμάτια, ένα φιλελεύθερο κι ένα συντηρητικό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού.