ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιφάσεις χτυπητές και κραυγαλέες

Πόσα τηλεοπτικά κανάλια αντέχει η ελληνική αγορά; Ουδείς γνωρίζει. Πρώτον, επειδή η αγορά αλλάζει. Το 2007 μπορεί να άντεχε μισή ντουζίνα, σήμερα πιθανώς κανένα, το 2018, πάλι, ποιος να ξέρει; Δεύτερον, γιατί κανάλι από κανάλι διαφέρει. Ενα κανάλι, για παράδειγμα, που «παντρεύεται» με ένα ραδιόφωνο και ένα ιντερνετικό σάιτ, το οποίο με τη σειρά του πουλάει ταινίες και μουσική, έχει πολύ διαφορετικό τζίρο από ένα ειδησεογραφικό κανάλι που πορεύεται μόνο του. Για να μη μιλήσουμε για τη δομή, την οργάνωση και την τεχνολογία που αλλάζουν συνεχώς τα δεδομένα. Οταν ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, στην αναλογική εποχή, χωρούσε περιορισμένος αριθμός. Με το ψηφιακό σήμα ο δυνητικός αριθμός των καναλιών έγινε πολλαπλάσιος.

Ποιος θα το κρίνει; Σε όλες σχεδόν τις δημοκρατικές κοινωνίες η απόφαση έχει ληφθεί. Η αγορά. Το κράτος εκχωρεί έναντι ενός τιμήματος τη διαχείριση των συχνοτήτων σε ιδιώτες και αυτοί με τη σειρά τους παρέχουν συχνότητες σε κανάλια. Οι πρώτοι ονομάζονται πάροχοι δικτύου και οι δεύτεροι πάροχοι περιεχομένου. Στην Ελλάδα πάροχοι δικτύου είναι η ΕΡΤ και η DIGEA και πάροχοι περιεχομένου τα κανάλια.

Ο νέος νόμος υποτίθεται ότι θα έβαζε τάξη στην αδειοδότηση των καναλιών. Με ποιες προϋποθέσεις, δηλαδή, θα έχει κάποιος δικαίωμα να μεταδίδει τηλεοπτικό πρόγραμμα. Μαζί με αυτό όμως μπήκαν από το παράθυρο δύο ακόμα όροι. Ο πρώτος είναι ο περιορισμός στον αριθμό των αδειών, τον όποιο θα ορίζει αυθαίρετα ο υπουργός. Με ποια κριτήρια, άγνωστον. Οι αντιφάσεις χτυπητές και κραυγαλέες. Το κράτος έχει εκχωρήσει το δίκτυο στην DIGEA, που για να λειτουργήσει αποδοτικά, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών του χώρου, προϋποθέτει τη λειτουργία τουλάχιστον 16 καναλιών εθνικής εμβέλειας. Ερχεται όμως εκ των υστέρων και επιβάλλει περιορισμό μιλώντας για 5 με 8 άδειες. Επιστροφή στη δεκαετία του ’80!

Την ίδια στιγμή και την ώρα που υποτίθεται ότι μεριμνά για την ποιότητα καταργεί όλες τις έως σήμερα προβλέψεις, π.χ., για πριμοδότηση προηγούμενης πείρας και μιλά για δημοπρασία. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν. Γεγονός βέβαια που σε συνδυασμό με τον περιορισμό του αριθμού των καναλιών εγείρει υπόνοιες για κατευθυνόμενη αδειοδότηση και αποκλεισμούς. Για να μη μιλήσουμε για τα τεχνικά προβλήματα. Πώς θα δημοπρατούνται οι άδειες; Κάθε μία ξεχωριστά ή όλες μαζί; Και θα εκχωρούνται σε διαφορετική τιμή στον πρώτο πλειοδότη, τον δεύτερο, κοκ; Παραλογισμός και προχειρότητα. Σημειωτέον ότι στην Ευρώπη το επικρατέστερο μοντέλο προβλέπει απλώς εφάπαξ τέλος για την άδεια και, βέβαια, φόρο στα έσοδα.

Ο δεύτερος παράδοξος όρος που μπαίνει, παράδοξος για ιδιωτικές εταιρείες, είναι ο ελάχιστος αριθμός απασχολούμενων. Για τα εθνικής εμβέλειας ειδησεογραφικού και γενικού περιεχομένου είναι 400 άτομα. Δημοσιογράφοι, τεχνικοί, διοικητικοί, δεν προσδιορίζεται. Πώς προέκυψε αυτός ο αριθμός; Το πιθανότερο είναι ότι οδηγήθηκαν σε αυτό το μοντέλο έχοντας στο μυαλό την ΕΡΤ όπου το μεγαλύτερο μέρος του κόστους είναι η μισθοδοσία. Μόνο που σε όλη την Ευρώπη η τάση είναι η αντίθετη: όλο και περισσότερο προσανατολίζονται σε συμπαραγωγές και στην αξιοποίηση ανεξάρτητων παραγωγών. Στο BBC ήδη προβλέπεται ότι το 25% του προγράμματος πηγαίνει υποχρεωτικά σε εξωτερικές παραγωγές. Ετσι καταφέρνουν να μειώσουν το κόστος, κυρίως όμως να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο το εγχώριο πολιτιστικό δυναμικό. Για να μη μιλήσουμε για συμπαραγωγές με το εξωτερικό.

Υποτίθεται ότι στόχος του νομοθέτη είναι η προσέλκυση υγιών επενδυτών και η δημιουργία ανεξάρτητων, οικονομικά εύρωστων επιχειρήσεων που δεν θα υποκύπτουν σε έξωθεν πιέσεις. Στην πράξη ο νόμος κάνει ό,τι μπορεί για να το υπονομεύσει. Ενα μείγμα άγνοιας, ιδεολογικής προκατάληψης και γραφειοκρατίας, με απώτερη επιδίωξη τον έλεγχο των Μέσων. Γιατί ούτε αυτό δεν έχουν διδαχθεί: ότι πρόκειται για μάταιο κόπο. Σε όλο τον κόσμο ενημέρωση και πολιτική έχουν τη δική τους δυναμική. Κι όπως κανένα μέσο και κανείς εκδότης δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον ΣΥΡΙΖΑ να κερδίσει τις εκλογές, έτσι και κανείς δεν θα τον σώσει όταν έρθει η ώρα να τις χάσει.

* Ο κ. Παντελής Καψής είναι πρώην υπουργός.