ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν κάτι σού μυρίζει Ελλάδα

«Ν​​​​άρκος» τιτλοφορείται η παραγωγή δέκα επεισοδίων του αμερικανικού διαδικτυακού καναλιού Netflix (απ’ όπου και το δημοφιλές «House of Cards»). Αφηγείται τον βίο και την πολιτεία του Πάμπλο Εσκομπάρ, του διαβόητου εμπόρου ναρκωτικών της Κολομβίας, ο οποίος έχτισε την αυτοκρατορία του φτάνοντας στο σημείο να βρίσκεται πίσω από το 80% της κοκαΐνης που εισαγόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σειρά έχει στοιχεία που παραπέμπουν σε δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, η πλοκή ωστόσο είναι δοσμένη αριστοτεχνικά, σαν καθαρή μυθοπλασία. Στη μέχρι τώρα ενδεικτική αναζήτησή μου των πραγματολογικών δεδομένων που παρουσιάζει, φαίνεται να είναι μια αρκετά πιστή παράθεση των δραματικών συμβάντων που σφράγισαν την Κολομβία τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Κύριο χαρακτηριστικό της επίσης η σαδιστική, μαζική βία: ο Εσκομπάρ δεν διστάζει να στείλει στον θάνατο, μαζί με άλλους 106 ανθρώπους, έναν ανυποψίαστο νεαρό πατέρα ως βομβιστή σε αεροπλάνο εμπορικών αερογραμμών μόνο και μόνο για να ξεφορτωθεί έναν ανεπιθύμητο πολιτικό.

Ο Πάμπλο Εσκομπάρ ξεκινά από πολύ χαμηλή κοινωνική τάξη, είναι ευφυής και στην αρχή, μάλιστα, μοιράζει ένα ελάχιστο μέρος από τα (παράνομα) κέρδη του στους φτωχούς. Διάσημη Κολομβιανή τηλε-δημοσιογράφος (που διετέλεσε και ερωμένη του) τον βαφτίζει «Ρομπέν των φτωχών». Η ονομασία μένει και ακόμα και μετά τις βομβιστικές ενέργειες που εξαπολύει, με θύματα αθώους πολίτες (μόνο και μόνο για να εκβιάσει την κολομβιανή κυβέρνηση προκειμένου να έρθει σε συμβιβασμό μαζί του), στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μεντεγίν, ο Εσκομπάρ παραμένει θρύλος.

Ωστόσο, η ταπεινή καταγωγή του τον κατατρώει σαν σαράκι. Γι’ αυτό και αποφασίζει να κατεβεί στην πολιτική, για να διώξει, όπως λέει, τους «ολιγάρχες, τις μεγάλες οικογένειες που καταδυναστεύουν τη χώρα», μολονότι το μόνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι το δικό του αίμα, η οικογένειά του. Τα καταφέρνει πάντως, με δόλιους τρόπους και μοιράζοντας αφειδώς χρήματα, και την πρώτη του μέρα στη Γερουσία της Κολομβίας, ένας υπάλληλος τον σταματάει στην είσοδο: «Δεν μπορείτε να μπείτε χωρίς γραβάτα», του λέει.

Γέλασα προς στιγμήν με αυτήν τη σκηνή – νομίζω αντιλαμβάνεστε όλοι γιατί. Ο Εσκομπάρ, πάντως, δεν διστάζει: αγοράζει και φοράει επί τόπου τη γραβάτα του υπαλλήλου της Βουλής, εισέρχεται στην ολομέλεια, όπου όμως ο υπουργός Δικαιοσύνης επιδεικνύει φωτογραφία από παλαιότερη σύλληψή του για διακίνηση ναρκωτικών. Ο Εσκομπάρ εξαναγκάζεται σε ντροπιαστική παραίτηση. Αυτή είναι η κρίσιμη καμπή στην πορεία του: οι μπράβοι του σκοτώνουν μεν τον αδιάφθορο υπουργό, αλλά απ’ το σημείο αυτό κι έπειτα, κάθε του κίνηση είναι στιγματισμένη από αυτό που ο ίδιος εκλαμβάνει ως κοινωνικό εξοβελισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σταδιακά στην κατάρρευση.

Τηρουμένων όλων των αναλογιών, η παρακολούθηση της συναρπαστικής αυτής σειράς φέρνει τον Ελληνα θεατή αντιμέτωπο με δυσάρεστα οικείες καταστάσεις: εκτεταμένη διαφθορά, απουσία στιβαρού θεσμικού πλαισίου, εχθρότητα ανάμεσα στο κράτος και στον πολίτη, οικογενειοκρατία, τρομοκρατικά χτυπήματα, λαϊκή αποθέωση του τρομοκράτη, φαντασιώσεις του τελευταίου περί κάποιας ιερής αποστολής του υπέρ του λαού – τον οποίο ο ίδιος δεν διστάζει στιγμή να θυσιάσει για να πετύχει τον στόχο του.

Οσο κι αν ο έμπιστος ξάδελφός του επιμένει πως «εμείς δεν είμαστε για τέτοια, εμείς είμαστε κλέφτες», ο Εσκομπάρ έχει βαλθεί να αποδείξει πως είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Αλλά η γραβάτα που φόρεσε για λίγη ώρα δεν θα τον κάνει αυτό που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ποτέ: άνθρωπο με ολοκληρωμένη ατομική ταυτότητα.