ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράμματα Αναγνωστών

Συντάξεις

Κύριε διευθυντά
Είμαι 48 χρόνια γιατρός με διεθνή φήμη. Oταν έγινα γιατρός, είχα αποφασίσει ότι δεν θα γίνω πλούσιος και δεν το μετάνιωσα. Εγώ έφερα στο νοσοκομείο πολλά χρήματα από δωρεές. Σήμερα, παίρνω σύνταξη 1.300 ευρώ τον μήνα και η προοδευτική κυβέρνηση αποφάσισε να μειώσει τις συντάξεις πάνω από 1.000 ευρώ κατά 13%. Το εισόδημά μου ετησίως αντιστοιχεί σε μια τσάντα πολυτελείας που φέρνουν οι κυρίες της Βουλής. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ένα κομμάτι ψωμί κυριολεκτικά. Hρθε στο ιατρείο μου προ καιρού, γιατί έχω την κακή συνήθεια να εργάζομαι ακόμη, μια αγρότισσα συνταξιούχος και μου είπε: «Γιατρέ, χθες όλη μέρα δεν έφαγα ούτε ένα κομμάτι ψωμί, γιατί παίρνω σύνταξη 300 ευρώ τον μήνα, μου την έχουν κόψει». Αυτή είναι η Ελλάδα που θέλουμε; Ο υπουργός Aμυνας έχει πολλά στρατόπεδα άδεια… γιατί δεν μας στοιβάζουν εκεί χωρίς τροφή, ώστε να γλιτώσουν και τις συντάξεις; Ντροπή!

Κωνσταντινος Μπουραντας – Ομότιμος καθηγητής Παθολογίας, Αιματολογίας  Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Η εκπαίδευση των ιατρών

Κύριε διευθυντά
Στην Ελλάδα των μνημονίων και της φτώχειας, αν υπάρχει ένας τομέας ο οποίος όχι μόνο δεν επλήγη, παρά εξακολουθεί να είναι ανθηρός και λίαν προσοδοφόρος, είναι αυτός της «εκπαίδευσης» των ιατρών. (Αντιθέτως, ο φαινομενικώς ομώνυμος τομέας της –εκτός εισαγωγικών– εκπαίδευσης των ιατρών νοσεί αποκαρδιωτικά – αυτό, όμως, είναι ένα άλλο ζήτημα.) Και ο βασικός λόγος για τον οποίο μένει στο απυρόβλητο αυτή η μεγαλόμαστη αγελάδα, πέραν της πνιγηρής γαλακτοφορίας της, είναι οι κόθορνοι της ανιδιοτέλειας και της ηθικοπραξίας που φορεί.

Ποιος θα μπορούσε να έχει αντίρρηση, λ.χ., για ένα «πανελλήνιο συνέδριο γενικής ιατρικής», με εκατοντάδες διαμονές συνέδρων σε πολυτελή ξενοδοχεία της Κρήτης; Κανείς, ίσως, εκτός από κάποιον φιλέρευνο εισαγγελέα που θα έλεγχε ποιοι πλήρωσαν τις πανάκριβες συμμετοχές ενδεών ειδικευομένων (που κάνουν επίσχεση εργασίας για χρεωστούμενα από τα νοσοκομεία μικροποσά) και με ποια ανταλλάγματα.

Ποιος θα μπορούσε να έχει αντίρρηση για ένα πολυήμερο «σεμινάριο εκπαίδευσης εκπαιδευτών γενικής ιατρικής», με πολυπληθείς διαμονές συνέδρων σε πολυτελή ξενοδοχεία της Μακεδονίας; Κανείς, ίσως, εκτός από τον ως άνω υποθετικό φιλέρευνο εισαγγελέα, που θα ανακάλυπτε πίσω από όλα αυτά έναν απόλυτο… «ζηλωτή της εκπαίδευσης», σίγουρα πάντως όχι το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Υγείας, το οποίο αγρόν  αγοράζει. Γιατί, άραγε, ο υπουργός Υγείας επιτρέπει σε έναν από πολλών ετών συνταξιούχο ιατρό –παρά τις επ’ αυτού αντίθετες προβλέψεις του νόμου– να φέρεται ως συντονιστής εκπαίδευσης ειδικευομένων γενικής ιατρικής και να εξουσιάζει, συνδικαλιστικά και θεσμικά, τον εν λόγω χώρο; Και μεταξύ άλλων αυθαιρεσιών, γιατί του επιτρέπει να στερεί κατά καιρούς «συνεργάτες» του από τα αγροτικά ιατρεία και τους ασθενείς των χωριών (με πρόφαση την εκπαίδευση των ειδικευομένων) και να μετακινεί ειδικευομένους από τα περιφερειακά νοσοκομεία –που στενάζουν από ελλείψεις ιατρών και τους μισθοδοτούν– προς μονάδες του τόπου κατοικίας τους! (Μόνο κατά την προηγούμενη προεκλογική περίοδο μετακίνησε το 30% των ειδικευομένων Γ.Ι. του νοσοκομείου Γιαννιτσών – πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει ούτε ο ίδιος ο υπουργός!) Και βέβαια, μην περιμένετε, αξιότιμε κ. διευθυντά, απαντήσεις ή επανορθωτικές πράξεις από τον υπουργό. «Είναι πολλά τα λεφτά, Aρη!».

δρ Κατσεας Γεωργιος – Δ/ντής Καρδιολογικής Κλινικής Γ.Ν. Γιαννιτσών

Το μάθημα των Θρησκευτικών

Kύριε διευθυντά
Παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον διάλογο που γίνεται γύρω από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία, με αφορμή το άρθρο-απάντηση του κ. Τ. Θεοδωρόπουλου στη σχετική πρωτοβουλία της αναπληρωτού υπουργού Παιδείας, να δρομολογήσει αλλαγές ως προς τις δυνατότητες απαλλαγής.

Επιτρέψτε μου ορισμένες σκέψεις επί του θέματος, μιας και είμαι προϊόν όλων των άκρως επιτυχημένων «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων» από το 1980 και μετά. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει «μεταρρύθμιση» της μεταπολίτευσης την οποία να μην έχω βιώσει κανονικά στο «πετσί» μου.

In Medias res, κατά τη γνώμη μου η συζήτηση θα πρέπει να επικεντρωθεί στο πώς γίνεται η διδασκαλία σήμερα και όχι στο αν θα πρέπει να γίνεται. Τα θρησκευτικά, όπως διδάσκονται τα τελευταία 40, τουλάχιστον, χρόνια, στοχεύουν σε δύο πράγματα: στο να περιγράψουν τις τελετουργικές λεπτομέρειες του ορθόδοξου χριστιανικού όγματος και να επιχειρηματολογήσουν περί της ανωτερότητάς του έναντι όλων των υπολοίπων θρησκειών και δογμάτων. Εξαίρεση ίσως αποτελεί η περίοδος όπου διδάσκονται η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη (συνήθως στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού) και οι βίοι των Αγίων, όπου όντως υπάρχει μια ηθικοπλαστική διάσταση στο θέμα διαμέσου των παραβολών. Η διδασκαλία των θρησκευτικών θα πρέπει να έχει ως κύρια αποστολή την εμπέδωση των ηθικών αξιών, αρχών και παραδόσεων του έθνους μας καθώς και την αξία και την αναγκαιότητα των οικογενειακών δεσμών, της κοινωνικής αλληλεγγύης, του ήθους, της τιμιότητας και εν τέλει αυτού που ονομάζουμε ελληνικό φιλότιμο (για το οποίο περηφανευόμαστε ότι δεν υπάρχει ακριβής μετάφραση σε καμία άλλη γλώσσα του κόσμου).

Τα ανωτέρω δεν μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την απλή περιγραφή του τελετουργικού, αλλά ούτε και με τη σύγκριση μεταξύ θρησκειών και δογμάτων (πέραν του ανόητου του πράγματος, είναι και χάσιμο πολύτιμου χρόνου). Αντίθετα, μπορούν κάλλιστα να επιτευχθούν με μετατόπιση της διδασκαλίας προς το μήνυμα αγάπης που προσπαθεί να εκπέμψει ο Χριστιανισμός και στις ηθικές αξίες που πρεσβεύει, αγάπη προς τον συνάνθρωπο, κατανόηση, αλληλεγγύη, συγχώρηση, αξίες πανανθρώπινες. Δηλαδή τα παιδιά μας, αντί να σπαταλούν τον χρόνο τους με το μαθαίνουν τα ονόματα και τη χρησιμότητα των ιερών σκευών και αμφίων, θα μπορούσαν να διδάσκονται, μέσω της ερμηνείας των εκκλησιαστικών κειμένων και με τη βοήθεια βεβαίως των δασκάλων τους, όλες τις αρετές που συνθέτουν (ή που θα θέλαμε να συνθέτουν) το ελληνικό έθνος.

Με αυτό τον τρόπο θα έχανε και το νόημά της η ανάγκη απαλλαγής, καθώς ποιος γονιός, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει, δεν θα ήθελε να διδαχθούν τα παιδιά του ήθος, τιμιότητα, ακεραιότητα και αγάπη προς τον συνάνθρωπο; Eστω και αν το όχημα επίτευξης αυτού του στόχου είναι η διδασκαλία του Χριστιανισμού. Επιτρέψτε μου όμως και κάτι ακόμη, η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός προσδιορισμός, είναι μια χώρα η οποία κατοικείται από ένα λαό με συγκεκριμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, αξίες, ήθη και έθιμα, πολλά εκ των οποίων χάνονται στα βάθη των αιώνων. Οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας όταν εξέρχονται αυτής θα πρέπει να είναι ολοκληρωμένοι Eλληνες πολίτες –όχι κατ’ ανάγκη χριστιανοί–, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν γίνει τουλάχιστον κοινωνοί του εθνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκουν. Δηλαδή το εκπαιδευτικό μας σύστημα θα πρέπει να τους έχει ενσταλάξει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε «ελληνικότητα». Μέρος αυτής της ελληνικότητας είναι και ο Χριστιανισμός (τι να κάνουμε τώρα).

Oσοι επιθυμούν να μετέχουν στην ελληνική κοινωνία αυτό θα πρέπει να το σεβαστούν, όπως το ελληνικό κράτος οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και την αξιοπρέπεια κάθε πολίτη ανεξάρτητα από το όνομα που δίνει στον Θεό του ή από πού «κρατάει η σκούφια του». Παρ’ όλα τα στραβά μας (και δεν είναι λίγα) είμαστε μια αρκετά ελεύθερη και ανεκτική κοινωνία (βλ. πανεπιστήμια, Δημόσιο, life style, πρωινάδικα κ.λπ., κ.λπ.) και τον συνάνθρωπό μας τον πονάμε. Σε γενικές γραμμές και παρά το «κατιναριό» που ρέει μέσα μας, αυτόν που είναι στο έδαφος συνήθως δεν τον κλωτσάμε (περιμένουμε τουλάχιστον να σηκωθεί…). Επίσης το εθνικό μας σπορ, το να λυγίζουμε ή να παρακάμπτουμε πλήρως τους κανόνες, μπορεί να είναι στραβό και λάθος, όμως μπορεί να αποδειχθεί σε ορισμένες περιπτώσεις και σωτήριο στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τον διπλανό μας, τον συνάδελφό μας, τον συνοδοιπόρο μας. (Ξέρω, κ. Κασιμάτη, λέω μπούρδες, αλλά humor me… Είμαι της σχολής Μαρκ Τουέιν –«…get your facts straight first, then you can distort them as you please…»)

Εν κατακλείδι, πρέπει τα Θρησκευτικά να διδάσκονται στα σχολεία; Σαφώς ναι.

Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος διδασκαλίας; Σαφέστατα ναι.  Πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής; Σαφέστατα όχι.

Πανος Καπερωνης, μπαμπάς της Ανδριάνας και της Κωνσταντίνας

Μύθοι και πραγματικότητα

Κύριε διευθυντά
Επειτα από πολλές γνωστοποιήσεις από τον ελληνικό και διεθνή Τύπο ελληνικό και ξένο για σκάνδαλα από επιχειρήσεις, έρχεται τώρα και η μεγάλη απάτη αυτοκινήτων με εξαγωγές σε ευρωπαϊκές χώρες,  καθώς και στις ΗΠΑ και σε άλλες ακόμα. Δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι αρκετοί πολίτες της χώρας αυτής έχουν την ιδέα ότι εμείς εδώ δεν είμαστε τίμιοι όπως πολλοί Ευρωπαίοι και μάλιστα από τις βόρειες χώρες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι έχουν τη γνώμη ότι οι Ελληνες είναι οκνηροί. Νομίζω ότι δεν θα βρεθούν πολλοί στην υπόλοιπη Ευρώπη που να έχουν δύο και ίσως μερικές φορές τρεις δουλειές. Αυτά τα λίγα για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Θεοχαρης Γ. Παππασ – Κηφισιά

Οι πινακίδες

Κύριε διευθυντά
Αφού ζητήσω συγγνώμη από τους καλούς δημοσιογράφους κ. Βατόπουλο και Ρηγόπουλο που μπαίνω στα χωράφια τους, θα αναφερθώ σε μια δημοτική αδιαφορία. Επισκέφθηκα προ καιρού τον αρμόδιο αντιδήμαρχο για να του αναφέρω τις πολλές πινακίδες καρφωμένες στις κολόνες της ΔΕΗ, η οποία θα όφειλε να φροντίσει την περιουσία του Δημοσίου. Κράτησαν σημείωση και απήλθα.

Πριν από λίγο καιρό ζήτησα τον αρμόδιο, αλλά λόγω εκλογών προφανώς άλλαξε, έτσι με δέχτηκε η γραμματεύς του η οποία συζητούσε μαζί με άλλες κυρίες για κάποια εκδήλωση, «όπου γάμος και γιορτή η Βασίλω πρώτη».

Της εξήγησα την περίπτωση και την αισθητική υποβάθμιση τονίζοντας για τη μηδέν δαπάνη επειδή οι πινακίδες φέρουν και αριθμό τηλεφώνου, έγραψε το δικό μου τηλέφωνο και πέραν αυτού μηδέν.

Ι. Σμυρνιουδη – Μαρούσι