ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανθρωποι και θεοί

​«Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν»… Μα ποιον Θεό να ευλογήσουν, ποιον να παρακαλέσουν ή να ευχαριστήσουν όσοι σώθηκαν από τα κύματα του Αιγαίου και βρήκαν απάγκιο στα εκκλησάκια που άνοιξαν οι Μυτιληνιοί; Σε ποιον μεγαλοδύναμο να στραφούν, όποιο κι αν είναι το θρήσκευμα ή το δόγμα τους, είτε μουσουλμάνοι είναι είτε καθολικοί ή ζωροαστριστές; Πώς να πειστούν με τόσο θάνατο και με τόση κακία να τους στρώνει τον δρόμο; Κι ωστόσο, στις καταστροφές, ένας παράδοξος, σχεδόν εξωανθρώπινος μηχανισμός οδηγεί τους πιστούς, αντί να μεμφθούν τον Θεό για τον χαμό όσων έμειναν δίχως τη βοήθειά του και πέθαναν, να τον ευγνωμονούν για όσους κατάφεραν να σωθούν. Και να θεωρούν τη σωτηρία τους σημάδι της ισχύος του και απόδειξη του ελέους του. Οσο για κείνους που χάθηκαν, «ήταν το γραμμένο τους», το πεπρωμένο, το κισμέτ, το κάρμα. Αμέτρητες λέξεις έχουν πλάσει οι γλώσσες των ανθρώπων για να πουν τον ίδιο πράγμα: την αδυναμία μας να ορίσουμε τη μοίρα μας.

Στους ανθρώπους χρωστούν να δηλώνουν την ευγνωμοσύνη τους οι άνθρωποι. Σ’ εκείνους που μοιράζονται τα βάσανά τους. Σ’ εκείνους που πενθούν τα θαλασσοπνιγμένα παιδιά των άλλων σαν να ’ναι δικά τους. Και νιώθουν να γυρνούν οι ίδιοι στη ζωή μόλις βλέπουν ένα ξυλιασμένο πιτσιρίκι να ξανανοίγει τα μάτια του χάρη στη θέρμη γιατρών και εθελοντών. Αλλά και στους ανθρώπους χρωστούν να δηλώνουν τον θυμό τους οι άνθρωποι. Σ’ εκείνους που συνεχίζουν απτόητοι να σφάζουν εν ονόματι ενός βάρβαρου θεού, να δένουν αιχμαλώτους στις αρχαίες κολόνες και να ανατινάζουν μαζί ανθρώπους και μάρμαρα. Σ’ εκείνους που διαμελίζουν μια χώρα, τη Συρία, και αλληλοσκοτώνονται για το ποιος θα τη «σώσει», αδιάφοροι για το αν αδειάζει από ανθρώπους. Σ’ εκείνους που, όπως ο στρατός του Ερντογάν, βομβαρδίζουν τους Κούρδους, μολονότι οι Κούρδοι πολεμούν σχεδόν μόνοι τους το αποκρουστικό χαλιφάτο. Σ’ εκείνους που, όπως οι Ρώσοι και οι Αμερικανοί, πρώτα νοιάζονται πώς να σιγουρέψουν τα συμφέροντά τους κι ύστερα για τα μιλιούνια των ανθρώπων που φεύγουν από το τίποτε και προσφυγεύουν προς τίποτε. Σ’ εκείνους που, όπως η Γερμανία, λένε ότι θα κρατήσουν ανοιχτές τις πόρτες της αλληλεγγύης κι ύστερα προσεύχονται στους δικούς τους θεούς να έρθει όσο γίνεται πιο γρήγορα και πιο βαρύς ο χειμώνας…