ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ακρόπολη ως γραφικότητα

Η είδηση συμπληρωνόταν με την πληροφορία ότι «διαβάζεται με ντουντούκα κείμενο στα ελληνικά και στα αγγλικά». Αυτό συνέβη στην Ακρόπολη το περασμένο Σάββατο, όταν «δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ σε ένδειξη αλληλεγγύης στους πρόσφυγες» ανήρτησαν πανό κατά της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Αντίστοιχη παρέμβαση είχε κάνει το ΠΑΜΕ και στα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν με παρόμοιας αισθητικής πανό καλούσε σε «εξέγερση» και «αντίσταση» τους λαούς της Ευρώπης.

Το πρόσφατο περιστατικό πέρασε στα ψιλά, παρότι, φυσικά, επικρίθηκε κυρίως ως προς τη δυνατότητα να εισέλθει κανείς στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης με σκοπό άλλο από την επίσκεψη και χωρίς καμία ενόχληση να προχωρήσει στην οικειοποίηση του μνημείου για να προβάλει τις απόψεις του. Αυτή η συζήτηση είναι πολύ παλιά και κουράζει. Κυρίως, γιατί ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον και κανείς δεν έχει διάθεση, σθένος και χρόνο να ασχοληθεί με σοβαρότητα. Μέσα στην απελπιστικά στάσιμη κατάσταση της κοινωνίας μας, οι γραφικότητες του ΚΚΕ και όχι μόνο, ανακυκλώνονται για να υπενθυμίζουν την παρακμή που τις τροφοδοτεί.

Ωστόσο, πέραν της υποκρισίας και του φθηνού συναισθηματισμού σε συνδυασμό με τον δήθεν πολιτικό ριζοσπαστισμό, οι κινήσεις αυτές έχουν να μας πουν και κάτι ακόμη. Οτι έχει ακόμη απομείνει χώρος, ελάχιστος έστω, αλλά υπαρκτός, ώστε να μπορούν να επιδεικνύονται πάσης φύσεως γελοιότητες που ευτελίζουν τον δημόσιο χώρο, τα μνημεία και όσους πολίτες μπορούν να αντιληφθούν τον ναρκισσισμό και την αυτοαναφορικότητα αυτών των κινήσεων.

Ενα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έχει πάθει ανοσία από τη χύδην επίδειξη αυθάδειας και δεν αντιδρά στην καταπάτηση κάθε έννοιας νομιμότητας και τάξης. Υπάρχει μια διάχυτη απάθεια, που τις περισσότερες φορές μεταφράζεται σε απροθυμία ερμηνείας μιας πράξης όπως αυτή.

Εν μέσω αυτής της γενικευμένης παρακμής (που επί της ουσίας πηγάζει από την αμφισβήτηση των θεσμών), μία πράξη όπως αυτή του ΚΚΕ στην Ακρόπολη είναι εκ προοιμίου ακυρωμένη. Οχι μόνο γιατί δεν έχει συμπαγές ακροατήριο αλλά και γιατί ο πολιτικός ακτιβισμός αυτοαναιρείται όταν είναι στρατευμένος, μηχανιστικός και βαθιά συντηρητικός.

Διότι, παρά τα φαινόμενα, η επιγραφή και το σύνθημα που εξέφρασε το πανό υπέρ των προσφύγων και κατά των «μεγάλων κακών» είναι απευθείας προσβολή στο ίδιο το προσφυγικό δράμα και σε κάθε έναν πρόσφυγα ξεχωριστά ως πρόσωπο. Και αυτό διότι ορισμένοι που επιδεικνύουν τα γαλόνια του συνδικαλισμού ως παράσημα ή τα εύσημα της κομματικής νομιμοφροσύνης ως επίτευγμα, γαλουχημένοι σε έναν ασφυκτικό ιδεολογικό κομφορισμό και στη μονοκαλλιέργεια της κοινωνικής ορθοδοξίας, θεωρούν ότι τους έχει δοθεί το δικαίωμα όχι μόνο να καταπατούν τον δημόσιο χώρο και να παραβιάζουν ένα μνημείο αλλά να το χρησιμοποιούν ως πομπό των απόψεών τους.

Θα χαρακτήριζε κανείς υποκρισία την πράξη αυτή, αν δεν πρυτάνευε η ακυρωτική εκδοχή της πλήρους σύγχυσης. Η Ακρόπολη επιλέγεται ακριβώς λόγω του ύψιστου συμβολισμού για να υποστεί εκβαρβαρισμό και απώλεια του πλεονεκτήματος για το οποίο επελέγη. Είναι μάλλον, προφανές, επομένως ότι την επόμενη φορά που μία ομάδα πολιτών, που ζει σε ένα από τα παράλληλα σύμπαντα που ευδοκιμούν στη χώρα, επιλέξει να επαναλάβει τον θρασύδειλο ακτιβισμό της, θα συναντήσει πλέον την αδιαφορία, αν όχι τη χλεύη.

Είναι ένδειξη ωριμότητας να αντιλαμβάνεται κανείς το πότε μία πράξη έχει θέση, λόγο, σκοπό και αποτέλεσμα. Η καταβαράθρωση της νομιμότητας στη χώρα έχει απελευθερώσει χώρο για κάθε γραφικότητα. Αλλά στο τέλος, οι γραφικοί δεν θα προκαλούν ούτε γέλιο ούτε θυμό. Θα αυτοακυρώνονται.