ΑΠΟΨΕΙΣ

Το 24ωρο ενός μέσου Ελληνα

Οσοι από τους νεότερους δεν σωρεύουν γνώσεις «περιττές» θα εκπλαγούν μαθαίνοντας ότι ο δικός μας Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει ποίημα για έναν Μποντλέρ των γηπέδων. Οξύμωρον; Μόνον γι’ αυτούς που δεν άκουσαν ποτέ για τον αλησμόνητο Βορειοϊρλανδό ούτε είδαν αποδεικτικό υλικό της μαγείας του, αποθησαυρισμένο σε εικόνες. «Αιώνιο Πάθος: Μια μπαλάντα για τον Τζορτζ Μπεστ», τιτλοφόρησε την εκτίμησή του ο συνθέτης του «Χαμόγελου της Τζοκόντας». Παραθέτω δείγμα: «Εκμηδενίστηκε η ορμή μου/Εγινε χιόνι το κορμί μου/Από μια εικόνα κρεμαστή/Χρωματιστή/Από’να ποδοσφαιριστή/Που σφυροκόπαε τη βροχή/Θεέ μου με τι ψυχή/Γινόταν ο ίδιος πάθος/Εικόνα και βροχή/Μες στην τηλεοπτική μου συσκευή./Ο Μπεστ υπήρξεν ο…/υπήρξεν ο καλύτερος!». Εδώ ο κόσμος καίγεται, μαζί του φλεγόμαστε και εμείς, θα πείτε, και εσύ… Προβληματίστηκα, μα συνεχίζω. Γιατί κάθε σημείωση, ασήμαντη ή μεγάλη, παρένθετη στην εξαρθρωτική ανηλεή επικαιρότητα, έστω κι αν τα ίχνη της διαγράφονται την επομένη ώρα ή μέρα, δρα σαν φευγαλέα παραμυθία στη μεταστατική κρίση. Οπως ο Μαραθώνιος της Αθήνας (ο εις «αυθεντικός»), φωτοδοτήθηκε καθολικά ως πράξη αντίστασης στη μιζέρια, και η συμμετοχή αναγνωρίσθηκε ως παράσημο και παράδειγμα ζωής. Ως παλαιός αθλητής με εξαιρετικές, ιδίως κατά φαντασίαν, επιδόσεις, ζήλεψα τον ζείδωρο συνωστισμό στην αφετηρία του Μαραθωνίου.

Ο Τζορτζ που μάγεψε τον Μάνο, αυτοεντάχθηκε από νωρίς στη χορεία των «καταραμένων», αυτή την πολυπληθή μάζα ετερόκλητων ανθρώπων,πλούσιων και φτωχών, ευφυών και βλακών, ιερών τεράτων και απαρατήρητων, που στρέφουν τα βέλη τους εις εαυτόν· ο Μπεστ έπεσε εναντίον του με ορμή, κι ενώ είχε τον κόσμο στα πόδια του. Το χιούμορ του δεν ήταν χιούμορ: «Ξόδεψα το 90% των χρημάτων μου στο ποτό και στις γυναίκες. Τα υπόλοιπα τα σπατάλησα». Και κέρδιζε πάρα πολλά, ήταν ο βασιλιάς του Μάντσεστερ, με υπερδεκαετή θητεία στη Γιουνάιτεντ. Η εκρηκτική αντισυμβατικότητά του, ένας λιπόσαρκος διεμβολιστής, η μαλλούρα του, και κυρίως η δημοφιλία τον έχρισαν «πέμπτο Beatle», ενόσω το θρυλικό συγκρότημα δονούσε το γειτονικό Λίβερπουλ. Μιας και το ’φερε η κουβέντα, πριν από λίγες ημέρες μια κιθάρα (Gibson J-160E, παρακαλώ) πωλήθηκε σε δημοπρασία στην τιμή ευκαιρίας των 2,4 εκατ. δολαρίων. Ανήκε σε άλλον ένα μεγάλο αδικοχαμένο, τον Τζον Λένον που την είχε αγοράσει το 1962 αντί 160 στερλινών.

Οι «υπέρ-έχοντες» και κατέχοντες το συνηθίζουν και αυτό. Επενδύουν σε πίνακες κορυφαίων ζωγράφων, ρούχα διασήμων, αξεσουάρ ιστορικών προσώπων, προσθέτοντας πολύτιμα λιθαράκια για την κρίσιμη ώρα της υστεροφημίας. Πάντως, η πιο λαϊκή συνταγή για ν’ αργήσει (κάπως) αυτή η ώρα δεν κοστίζει, μας βομβαρδίζουν οι ειδικοί: υγιεινή διατροφή, όχι τσιγάρο και αλκοόλ, καλός ύπνος, όχι άγχος, έξω καρδιά, άθληση (μόνος ή ομαδικά), ευχάριστες ενασχολήσεις. Πιστή επανάληψη ενός συνηθισμένου 24ώρου, δηλαδή.