ΑΠΟΨΕΙΣ

Δοκιμάζοντας τις ευρωπαϊκές αξίες

Μια τρομοκρατική επίθεση με τόσους στόχους και ανυποψίαστα θύματα προκαλεί σοκ και αποτροπιασμό. Οι απειλές για νέες επιθέσεις φοβίζουν την κοινή γνώμη. Η απάντηση του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ ήταν σκληρή: η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο. Η αντίδρασή του θυμίζει την απάντηση των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Τότε, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε τον πόλεμο στην τρομοκρατία – την οποία εντόπισε στο Ιράκ. Αναίτια και με καταστροφικές συνέπειες, όπως αποδείχθηκε: η ανάδειξη του «Ισλαμικού Κράτους» είναι μία από αυτές. Σε κάθε περίπτωση, η Γαλλία άρχισε να σφυροκοπά στόχους του «Ισλαμικού Κράτους» και τουλάχιστον αυτή τη φορά η σύνδεση με τους υπαίτιους της επίθεσης φαίνεται πιο άμεση.

Παρά τον τρόμο που προκάλεσε, η επίθεση στο Παρίσι δεν είναι πρωτοφανής στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία. Αναλυτές σημειώνουν ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Μαδρίτη και στο Λονδίνο ήταν εξίσου δραματικές. Στην περίπτωση της Μαδρίτης, μάλιστα, η πίεση της κοινής γνώμης ήταν τόσο μεγάλη, που η Ισπανία αποφάσισε να αποσυρθεί από την αμερικανική εκστρατεία στο Ιράκ. Για τη Γαλλία, ωστόσο, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: η επίθεση στο Παρίσι λειτουργεί ως καταλύτης για την εντατικοποίηση της μάχης κατά του «Ισλαμικού Κράτους» αλλά και για την ενίσχυση των διπλωματικών προσπαθειών για τον τερματισμό του πολέμου στη Συρία. Υπό το βάρος των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι, στη Βηρυτό αλλά και της κατάρριψης του ρωσικού επιβατικού αεροσκάφους, ΗΠΑ και Ρωσία επιχειρούν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και να συνεργασθούν κατά του «Ισλαμικού Κράτους».

Ο τερματισμός των συγκρούσεων, εξάλλου, αποτελεί προϋπόθεση για την επανεγκατάσταση των προσφύγων πίσω στις πόλεις και στα χωριά τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε τις προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη, που με τις επιθέσεις στο Παρίσι έλαβαν -εκτός από οικονομική- και μια σοβαρή διάσταση ασφάλειας, που δαιμονοποίησε τους πρόσφυγες. Οπως επισημαίνουν οι New York Times, το κλείσιμο των διόδων είναι συχνά «μια παρορμητική και πολιτικά σκόπιμη απάντηση» στις τρομοκρατικές επιθέσεις. Ωστόσο, εκτιμούν ότι «η σύγχυση των προσφύγων με τους τρομοκράτες είναι ηθικά απαράδεκτη, αλλά και στρατηγικά λάθος: η ανάδειξη νέων εμποδίων για να τους κρατήσουν εκτός, με το επιχείρημα ότι οι μουσουλμάνοι είναι επικίνδυνοι, θα δώσουν τροφή στην προπαγάνδα του “Ισλαμικού Κράτους”».

Ακόμη όμως και αν η διεθνής κοινότητα καταφέρει να τερματίσει τον πόλεμο στη Συρία και πλήξει καίρια το «Ισλαμικό Κράτος», η μάχη κατά του φονταμενταλισμού θα συνεχισθεί εντός της Ευρώπης. Διότι μπορεί ίσως να είχαν εκπαίδευση και καθοδήγηση από το «Ισλαμικό Κράτος», αλλά οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι δράστες ήταν Γάλλοι πολίτες. Πώς πολεμά κανείς την εσωτερική απειλή χωρίς να πλήξει τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα; Πώς αντιστέκεται, την ίδια στιγμή, στην ισλαμοφοβία και την απομόνωση ενός μέρους της κοινωνίας; Πώς βελτιώνει τις επιδόσεις του στην ενσωμάτωση των μεταναστών και των νεοεισερχόμενων προσφύγων;

Την Κυριακή, οι Γάλλοι αποφάσισαν να κάνουν κάτι που οι Λιβανέζοι, πιο συνηθισμένοι στην απειλή της τρομοκρατίας και ενίοτε των ισραηλινών βομβαρδισμών, έχουν μάθει εδώ και δεκαετίες: αποφάσισαν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τη ζωή. Οπως γράφει η Σιλβί Κάουφμαν από το Παρίσι για τους New York Times, οι Παριζιάνοι χάρηκαν τον ασυνήθιστα ζεστό ήλιο με ένα ποτήρι κρασί στα καφέ του Παρισιού, σε μέρη αντίστοιχα με εκείνα τα οποία χτύπησαν οι τρομοκράτες την Παρασκευή. Και αυτή τους η απόφαση να υπερνικήσουν τον φόβο έγινε μια πολιτική στάση.

Είναι μια καλή αρχή. Το στοίχημα είναι να συνεχίσουν να το κάνουν μαζί με μουσουλμάνους, υποδεχόμενοι πρόσφυγες, ταξιδεύοντας ελεύθερα στην Ευρώπη και αντιμετωπίζοντας τις απειλές με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα πολιτικά δικαιώματα. Διότι αυτό που απειλείται σήμερα είναι οι ευρωπαϊκές αρχές και ο όποιος πολυπολιτισμικός και ανεκτικός χαρακτήρας της Ευρώπης. Γίνεται αυτό σε καιρό πολέμου;