ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα νέα Ρωσοτουρκικά

Ο​​ι σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία υπήρξαν πάντα προβληματικές. Από τα μέσα του 16ου αιώνα έως την Εκστρατεία του Καυκάσου (1914-18) έχουν καταγραφεί δώδεκα πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ της Τσαρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μόνον όταν οι δύο αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, οι «δυνάμεις ανατροπής» που κατέκτησαν την εξουσία συνεργάσθηκαν για ικανό διάστημα, όταν οι Μπολσεβίκοι ενίσχυσαν τον Μουσταφά Κεμάλ με όπλα και χρυσό στον πόλεμό του εναντίον της Ελλάδος.

Στη μακρά περίοδο της παρακμής η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε τη σταθερή υποστήριξη της Βρετανίας και από τα μέσα του περασμένου αιώνα εγγυητής της ασφαλείας και της ακεραιότητος της Τουρκίας υπήρξε το ΝΑΤΟ. Με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη, οι σχέσεις της Μόσχας με την Αγκυρα αναπτύχθηκαν αλματωδώς. Σήμερα η Ρωσία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, καλύπτει το 60% των ενεργειακών της αναγκών, και η χώρα αυτή είναι ο πρώτος προορισμός των Ρώσων τουριστών.

Ολα αυτά καθώς επίσης και επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων διακυβεύονται επειδή η Αγκυρα κατέρριψε ένα ρωσικό πολεμικό αεροσκάφος, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, παραβίασε τον τουρκικό εναέριο χώρο για δέκα επτά δευτερόλεπτα.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ένας αυταρχικός ηγέτης, εθνικιστής δίχως καμία αμφιβολία, απρόβλεπτος στις αντιδράσεις του –όπως και ο Ρώσος ομόλογός του άλλωστε, ο κ. Βλαντιμίρ Πούτιν– αλλά ασφαλώς δεν είναι αφελής.

Ο χάρτης νοτίως της Τουρκίας –στο Ιράκ και στη Συρία συγκεκριμένα–, όπως διαμορφώθηκε με τη Συμφωνία της Λωζάννης και της Αγκυρας, αλλάζει. Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Τουρκίας σε μία προσπάθεια να επιβάλουν την τάξη στο χάος που προέκυψε λόγω των παρεμβάσεών τους στην περιοχή ενισχύουν τους Κούρδους – θανάσιμους εχθρούς της τουρκικής εδαφικής ακεραιότητος. Οι επιδιώξεις των Μεγάλων Δυτικών Δυνάμεων δεν εναρμονίζονται πλέον με εκείνες της Τουρκίας και λειτουργούν ενίοτε υπονομευτικά για τα συμφέροντα της Αγκυρας τόσο στην περιφέρεια όσο και στο εσωτερικό της χώρας.

Ο κ. Ερντογάν δεν ήταν δυνατόν να έλθει σε ανοικτή ρήξη με τη Δύση επειδή συνεργάζεται με τους Κούρδους, ούτε και προσδοκούσε μία ένθερμη υποστήριξη του ΝΑΤΟ όταν αποφάσισε να εφαρμόσει τους κανόνες εμπλοκής που είχαν ως συνέπεια την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους. Αγνοούμε τη στρατηγική του Τούρκου προέδρου· ήταν μία απόφαση υψηλού κινδύνου, αλλά δεν ήταν παρορμητική. Υπάρχουν όμως δεδομένα που δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει.

Κατ’ αρχήν η έντονη αντιπαλότης κυρίως των ΗΠΑ με τη Ρωσία του κ. Πούτιν· οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου κ. Φρανσουά Ολάντ για τη δημιουργία «μεγάλου συνασπισμού» υπό την ηγεσία του· η έντονη στρατιωτική δραστηριοποίηση της Ρωσίας στη Συρία, με συνέπεια την ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων. Ολα αυτά ενδέχεται να καταστήσουν την Τουρκία στρατηγικό εταίρο πρώτης τάξεως με λόγο ισχυρό στην αναδιάταξη της περιοχής.

Αλλά ο κ. Ερντογάν δεν είναι ο μόνος παίκτης. Υπάρχει και ο κ. Πούτιν, που ενώ δεν τρέφει ψευδαισθήσεις για αποκατάσταση του «σοβιετικού μεγαλείου», διατηρεί το δικαίωμα παρεμβάσεως στην περιοχή ζωτικών συμφερόντων της χώρας του. Το απέδειξε επιτυχώς στη Γεωργία, στην Ουκρανία με την προσάρτηση της Κριμαίας και το επιχειρεί σήμερα στη Συρία, ενώ η Δύση αυτοψυχαναλύεται.