ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιστορικοί και άλλοι διανοούμενοι…

Η​​ κρίση τελικά έχει απροσδόκητες συνέπειες στη συμπεριφορά μας, ατομική αλλά και συλλογική. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους διανοούμενους. Μέχρι πρόσφατα παρουσιάζονταν λαλίστατοι, δραστήριοι σε όσες περιπτώσεις αισθάνονταν ότι παραβιάζονταν βασικές αρχές και δικαιώματα, ανθρώπινα, δημοκρατικά, επιστημονικά: συνέτασσαν κείμενα διαμαρτυρίας, φρόντιζαν να συλλέξουν υπογραφές, δημοσίευαν ψηφίσματα. Και καλά έκαναν…

Αισθάνομαι λοιπόν μάλλον αμήχανα βλέποντας συναδέλφους μου, που δεν σηκώνουν (ή έστω σήκωναν) μύγα στο σπαθί τους στα θέματα αυτά, να σιωπούν, μάλλον επιδεικτικά στην υπόθεση Richter.

Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Heinz Richter και έχω διαβάσει μόνο ορισμένα από τα δημοσιεύματά του. Θα προσθέσω ότι το στυλ ιστοριογραφίας που ασπάζεται δεν με συνεπαίρνει, αλλά δεν μπορώ παρά να θαυμάσω το μέγεθος και τη συνέπεια του έργου του, ένα έργο με πολύ αφοσίωση τόσο στο αντικείμενό του, την ιστορία, όσο και στην Ελλάδα. Πιστεύω δε ειλικρινά ότι ορθά έχει πράξει το ελληνικό κράτος και τον παρασημοφόρησε στο παρελθόν, όπως ορθά έπραξε το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης που τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα.

Θα υποστηρίξω επίσης ότι είναι δικαίωμα του καθενός, εφόσον πιστεύει ότι διαπράττεται αδίκημα, να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη.

Πιστεύω όμως, ακόμη, ότι οι Ελληνες ιστορικοί, αλλά και γενικότερα οι κοινωνικοί επιστήμονες και γιατί όχι οι διανοούμενοι της χώρας, εφόσον θέλουν να σέβονται τον εαυτό τους και να τους σέβονται και οι άλλοι, θα έπρεπε να είχαν διακηρύξει την αντίθεσή τους στην παραπομπή σε δίκη του Heinz Richter με τον λεγόμενο αντιρατσιστικό νόμο. Φαντάζομαι, για παράδειγμα, ότι η «επιτροπή σοφών» για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στο σύνολό της αλλά και τα μέλη της, θα συμπεριλαμβάνει στις αρχές και αξίες επί των οποίων θα συγκροτήσει τις προτάσεις της και τη δυνατότητα του κάθε συγγραφέα να διατυπώνει τις απόψεις του και να κρίνεται με βάση τα κριτήρια της τέχνης του και όχι με βάση τις απόψεις ενός εισαγγελέα, ενός στρατηγού και ενός βουλευτή. Είναι το λιγότερο που θα περίμενε κανείς. Νομίζω όμως πως μόνο ένα ή δύο μέλη της «επιτροπής» αντέδρασαν στο θέμα Richter. Αλλά και τα Τμήματα Ιστορίας ανά την Ελλάδα, με ελάχιστες λαμπρές, και μία κακομοίρικη, εξαιρέσεις, φαίνεται να αποδέχονται ότι η δουλειά του ιστορικού αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, εφόσον δεν αντιδρούν σε αυτό που συμβαίνει.

Περιορίζομαι στους ιστορικούς αλλά το ζήτημα αφορά ολόκληρη την ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία δείχνει ελάχιστη ευαισθησία σε αυτό το θέμα. Γιατί τα πανεπιστήμια δεν αντέδρασαν παρά σε πολύ μικρή έκταση και συχνά υποτονικά. Ελάχιστος θόρυβος γίνεται γύρω από το θέμα αυτό που μας μειώνει ως επιστημονική κοινότητα, αλλά και ως χώρα. Αλλά μας μειώνει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποδέχονται, κατά πλειοψηφία και σιωπηρά, μια πρακτική η οποία αφορά άμεσα και τους ίδιους. Να θυμηθώ το πώς αντέδρασαν οι ιστορικοί με την υπόθεση του «συνωστισμού»; Οχι καλύτερα, γιατί η αντιπαραβολή των δύο παραδειγμάτων δεν μας κολακεύει. Να θυμηθώ άλλα ανάλογα παραδείγματα; Πάλι όχι… Να θυμηθώ ότι πολλοί υπέγραψαν κατά του αντιρατσιστικού νόμου, ενώ τώρα σιωπούν; Να θυμηθώ εκείνους που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους και ζητούσαν νέα ΕΑΜ εναντίον των πολιτικών λιτότητας, πράγμα που ήταν αναμφισβήτητο δικαίωμά τους, ενώ τώρα που η ελευθερία του λόγου τους τίθεται υπό αμφισβήτηση σιωπούν. Ξανά όχι, γιατί θλίβομαι. Ούτε θα θυμηθώ τους διάφορους συλλόγους και επιστημονικές εταιρείες που έχουν ως στόχο την προαγωγή της ιστορίας. Ποιος είπε ότι η κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα είναι σοβαρή, όταν δεν διεκδικεί τα συμφέροντά της;

Φαίνεται λοιπόν ότι κάτι έχει συμβεί. Και ελπίζω να μην είναι αλλοίωση συνειδήσεων, τέτοια που οδηγεί ανθρώπους που έχουν υποφέρει για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους να σιωπούν τώρα και να είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν τα πάντα, ακόμη και εκείνα που αντίκεινται στις στοιχειώδεις ανάγκες και δικαιώματα άσκησης της δουλειάς τους.

* Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.