ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί θεοκρατίας και θεοκρασίας ελάχιστα

«​Με το όνομα Μυθολογία», λέει ο Ανδρέας Λασκαράτος στους «Στοχασμούς» του, που πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1921, μετά θάνατον, «εννοούμε τη Θεολογία των προγόνων μας. Με το όνομα Θεολογία, οι απόγονοί μας θέλει εννοούν τη Μυθολογία την εδική μας». Μάλλον δεν πρόκειται να κατοικήσουμε στη Μελλοντολάνδη που προαναγγέλλει η λασκαράτεια φαντασία, οπότε δεν θα μπορέσουμε να δούμε αν θα κυρωθεί η προφητεία του Κεφαλονίτη συγγραφέα. Ως προς το πρώτο μισό του συλλογισμού του πάντως, το καθαρά διαπιστωτικό, δεν είναι εύκολο να μην αναγνωρίσουμε το δίκιο του. Μάρτυς αψευδής η βιβλιοθήκη του καθενός, με τους τόμους των εγκυκλοπαιδειών στα ράφια της: στον τόμο της μυθολογίας εύκολα εντοπίζονται ονόματα έκπτωτων θεοτήτων που λατρεύτηκαν κάποτε με πάθος και μαζικά, και μπορεί να χάθηκαν μυριάδες άνθρωποι στο όνομά τους, σε πολέμους που δεν τους αποφάσισαν βέβαια οι θεοί αλλά οι επί γης εκπρόσωποί τους, επίσημοι ή αυτόκλητοι. Ενας τέτοιος «ιερός» πόλεμος μακελεύει τώρα τη Συρία και το Ιράκ, με παρακλάδια σε πολλές ακόμα χώρες της Ασίας και της Αφρικής και με προεκτάσεις στην Ευρώπη, όπως έδειξε η τραγωδία του Παρισιού.

Πότε ένας Θεός, με κεφαλαίο το πρώτο του γράμμα, υποβιβάζεται σε πεζό θεό, και από ταυτόσημος της μίας και μόνης αλήθειας εκπίπτει σε μύθο, είναι μια υπόθεση της αποκλειστικής αρμοδιότητας των ανθρώπων και της πίστης τους. Σήμερα μπορεί να φαντάζει χαλύβδινη η πίστη αυτή, αύριο ίσως την κονιορτοποιήσει ένας πόλεμος, μια κατάκτηση, μερικά χρόνια υποδούλωσης, ή ακόμα και η σχετικά ειρηνική εμφάνιση μιας νέας θρησκείας που μοιάζει να ικανοποιεί κάποιες από τις πραγματικές ή κατά φαντασίαν ανθρώπινες ανάγκες. Γεμάτη τέτοια συμβάντα η ιστορία.

Οπως κατάντησε ψιλό γράμμα το όνομα πολλών λαών, που αφανίστηκαν από ανελέητους εχθρούς, από κάποια πανδημία ή από φυσική καταστροφή τεράστιας κλίμακας, έτσι και των θεών το όνομα μπορεί να χάσει όλη του την ιερότητα και να απομείνει κέλυφος που κανένα δέος δεν προκαλεί. Δεν είναι μάλιστα απίθανο να προξενεί θυμηδία στους μεταγενέστερους, ενώ είναι απολύτως βέβαιο ότι απελευθερώνει την ειρωνεία των αλλόπιστων, που εχθρεύονται οτιδήποτε διαφορετικό. Πώς αλήθεια θα απέφευγε το ειρωνικό μειδίαμα της υπεροψίας ένας πιστός μιας από τις λεγόμενες πνευματικές θρησκείες, αν άκουγε το όνομα Ρούα-ι-τούπρα, το όνομα του ύψιστου θεού των ιθαγενών της Ταϊτής που αυτοδημιουργήθηκε κατά την εποχή του χάους κι ύστερα έπλασε τον κόσμο με πρώτη ύλη τα μέλη του σώματός του; Και πόσο θα έπρεπε να κοπιάσει ένας Δυτικός, καλή ώρα σαν κι εμάς, για να μη χαχανίσει πέφτοντας πάνω στο όνομα Αβαλοκιτεσβάρα, που νοείται ως ο «Κύριος του φωτός» και ως η ενσάρκωση της συμπόνιας, κορυφαίας αρετής κατά τον βουδισμό, ή στο όνομα Κουν-του-μπτσαν-πο, με το οποίο λατρεύεται ο «πρωταρχικός Βούδας» στο Θιβέτ;

Στην ιστορία των ανθρώπων πάντως πολλοί θεοί κατόρθωσαν να επιβιώσουν ή να λαθροβιώσουν παρότι ηττήθηκαν από το χρόνο οι θρησκείες που τους υπηρετούσαν και διαλύθηκαν τα ιερατεία που διαχειρίζονταν τη γήινη μοίρα τους. Αυτό δεν πιστοποιεί την προσαρμοστικότητα των θεοτήτων, αλλά την ικανότητα της ανθρώπινης νόησης να ρίχνει σε νέα καλούπια το παλιό υλικό, να το μετασχηματίζει, να το αναβαπτίζει, να το φέρνει πιο κοντά στα εκάστοτε νέα μέτρα του. Η ορατή εκδοχή του φαινομένου αυτού είναι αποτυπωμένη στους καινούριους ναούς που κατασκευάζονται με πρώτη ύλη τα σωριασμένα μέλη παλαιότερων λατρευτικών οικημάτων, που τα γκρέμισε είτε ο χρόνος είτε –το πιο συνηθισμένο- η επεκτατική βία μιας νέας θρησκείας. Η Ελλάδα, σε όλη την έκτασή της, αποτελεί ένα τέτοιο παλίμψηστο, με πολλά δείγματα αυτού του είδους «ανάκτησης» του παρελθόντος· τα αρχαία μάρμαρα χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον (στα θεμέλια ή και στην επίσημη όψη) για να ανεγερθούν εκκλησίες και μοναστήρια. Το νέο δεν επιβάλλεται πάντοτε ειρηνικά, ακόμα κι αν το κύριο άγγελμά του είναι η ειρήνη.

Πολύ λιγότερο φανερή από αυτήν την οικοδομική σύγκραση είναι η ανάμειξη και η συγχώνευση διαφόρων θεοτήτων, θρησκειών ή τύπων λατρείας. Και χρειάζεται γερή υπομονή, αλλά και ειδική γνώση σε πολλές περιπτώσεις, για να βρει κανείς, με τη μέθοδο της αρχαιολογικής σκαπάνης, τη μια στρώση λατρευτικών τελετουργιών πάνω στην άλλη (τον αγιασμό των υδάτων κατά τα Θεοφάνεια πάνω από τη γιορτή των Πλυντηρίων στη Βραυρώνα λ.χ.), ή το ένα ιερό όνομα κάτω από το άλλο (την Αθηνά κάτω από την Παναγία την Αθηνιώτισσα). Αλλά και για να εντοπίσει τη μεταφορά των ιδιοτήτων κάποιας μείζονος ή και ελάσσονος θεότητας στο πρόσωπο ενός αγίου. Επίσης σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία των θρησκειών –δηλαδή, και πάλι, στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος και των δοκιμών του– είναι οι δοσοληψίες ανάμεσα στα ιερά κείμενα, τις ιδρυτικές Γραφές· πόση Παλαιά Διαθήκη (αλλά και ποια) υπάρχει μέσα στην Καινή, στις επιστολές των αποστόλων και στην πατερική γραμματεία (ας μη συζητήσουμε καλύτερα το πόση και πόσο σκληρή αναγνωρίζεται στη ρητορική και την πρακτική ορισμένων μητροπολιτών μας), και πόση, και επίσης ποια, μέσα στο Κοράνιο. Και ειδικά όσον αφορά τον χριστιανισμό, παραμένει εξόχως ενδιαφέρον ζήτημα το τι άντλησε από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και πώς το αφομοίωσε. Ας θυμηθούμε εδώ και τις λίγες, πάντως σημαδιακές μοναστηριακές εικόνες με Ελληνες φιλοσόφους δίπλα σε αγίους της χριστιανοσύνης.

Η ανάμειξη θρησκειών και λατρευτικών τύπων και η συγχώνευση θεοτήτων είναι γνωστή με τα ονόματα συγκρητισμός και θεοκρασία. Ο όρος συγκρητισμός, που με τη στενότερη έννοιά του δηλώνει την είσδυση των ανατολικών θρησκειών στον ελληνορρωμαϊκό κόσμο, έχει βέβαια τους Κρήτες στον πυρήνα του. «Ενούμαι, συνασπίζομαι μετ’ ομοεθνών, μεθ’ ων εχθρικώς διεκείμην, προς αντιμετώπισιν πολέμου» είναι η σημασία του ρήματος «συγκρητίζω» κατά το Λεξικό Δημητράκου, το οποίο και παραπέμπει στο «Μέγα Ετυμολογικόν» του 11ου αιώνα μ.Χ.: «συγκρητίσαι λέγουσιν οι Κρήτες, όταν ενωθείσιν αυτοίς γένοιτο πόλεμος· εστασίαζον γαρ αεί». Η θεοκρασία είναι η αποτελεσματικότερη προσηλυτιστική μέθοδος, αυτή που επιτρέπει στις παλαιές θρησκείες να αναζωογονηθούν, υιοθετώντας ξένες θεότητες (όπως την Ισιδα ή τον Σέραπη οι αρχαίοι Ελληνες) και στις νέες να επιβληθούν. Αμιγείς θρησκείες, όσο θεόπνευστες, δύσκολα βρίσκονται. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως οι δοσοληψίες τους, τα κοινά τους στοιχεία και η παρόμοια εν τω βάθει λειτουργία τους τις εξομοιώνουν πλήρως.