ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κύκλος κλείνει, η ιστορία ξαναρχίζει

​Σε όλα τα σαιξπηρικά δράματα υπάρχουν σύντομες στιγμές γαλήνης και σιγαλιάς. Αλλά σχεδόν πάντοτε είναι πριν από την τρικυμία. Εκτός από την ίδια την «Τρικυμία». Η δράση της επανέρχεται στον πρόλογό της και όλοι οι ήρωες ξαναβρίσκουν την παλιά τους θέση. Ο κύκλος κλείνει, η ιστορία ξαναγυρίζει στην αρχή της. Θα επαναληφθεί άλλη μια φορά;

Δανειζόμαστε την προσέγγιση και το ερώτημα του Γιαν Κοτ («Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας») όχι μόνο γιατί ανταποκρίνεται στις σκέψεις που ταλανίζουν το τέλος μιας χρονιάς, αλλά και γιατί πλανάται διαρκώς πάνω από την παράσταση «Μιράντα» του Οσκαρας Κορσουνόβας, που παρουσιάζεται στο θέατρο Πορεία. Ως «μια σκηνική σύνθεση βασισμένη στην σαιξπηρική “Τρικυμία”» περιγράφεται η πρόταση του Λιθουανού σκηνοθέτη και δραματουργού. Το σκηνικό ενός μικροαστικού διαμερίσματος, με σκούρα καφέ βιβλιοθήκη με ντουλάπια στο κάτω μέρος, μπιμπελό, ένα πλαστικό σκαμπό και χαλί, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’70. Μια ασπρόμαυρη τηλεόραση μάς συνδέει με τον χρόνο: δικτατορία των συνταγματαρχών. Ενας πατέρας ζει με την τετραπληγική κόρη του «εξόριστος» στα περιορισμένα τετραγωνικά που του αναλογούν. Το κορίτσι, με ακυρωμένη κίνηση και εξαιρετικά δύσκολη άρθρωση, είναι καθηλωμένο σε μια πολυθρόνα με μια καρό κουβέρτα να καλύπτει και να ζεσταίνει τα αδύναμα πόδια του. Η συνήθεια που δένει τους δύο αυτούς ανθρώπους και τους ψυχαγωγεί είναι η ανάγνωση της «Τρικυμίας». Τους συνέχει, τους μεταμορφώνει. Δύο ηθοποιοί, πολυεργαλεία μεγάλης ακρίβειας, ο Λαέρτης Μαλκότσης και η Ιωάννα Παππά, επωμίζονται το βάρος υποδυόμενοι πολλές διαφορετικές ζωές. Ο πατέρας–Πρόσπερο, η κόρη–Μιράντα, και όχι μόνο. Κοινό όνειρο να «ελευθερωθούν». Από τι; Από ποιον; Από την πραγματικότητα και την ανημπόρια; Και αυτό. Η κόρη κρατάει μια πορσελάνινη (;) μπαλαρίνα. Ονειρεύεται την Οντέτ, στη «Λίμνη των κύκνων», προσπαθεί να μιμηθεί με την κίνηση των χεριών τις «φτερούγες».

Ο πατέρας την περιφέρει στο δωμάτιο ως πριγκιποπούλα Μιράντα, όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με τον καθρέφτη του δωματίου και τη μόνη πραγματικότητα, της αναπηρίας. Συνθλίβεται. Είναι όμως η «μόνη» πραγματικότητα; Οχι, διατείνεται ο Κορσουνόβας. Μπορεί να ασπάζεται την άποψη του Γιαν Κοτ περί «αέναης και παράλογης πάλης με την εξουσία», να συνδέει προφανώς τη δικτατορία («αριστερή σοβιετικού τύπου ή τη Δεξιά των συνταγματαρχών», όπως λέει) με την απόλυτη ανελευθερία, να ενισχύει, δηλαδή, τα πολιτικά συνδηλούμενα στο έργο του, όμως πάνω στο ερημονήσι της «Τρικυμίας» έχουν ξεβραστεί πολλά ναυάγια. Δεν είναι μόνο μάγισσες, πνεύματα και ξωτικά, έκπτωτοι βασιλιάδες και πριγκιποπούλες, επιθυμίες, απωθημένα, μυστικά, εγκλήματα, δυνάμεις εκδικητικές, συνωμοσίες, πράξεις ανομολόγητες. Είναι και δυνάμεις ενάρετες, έρωτες που ανθούν, πράξεις που θεραπεύουν, ησυχάζουν, βασίζονται στην αυτογνωσία και στη συγχώρεση. Εκεί που βρίσκεται η καταστροφή, εκεί και η σωτηρία. «Σκιά περαστική είναι η ζωή· αξιολύπητος θεατρίνος που καμαρώνει και ξιπάζεται όση ώρα έχει επάνω στη σκηνή, κι ύστερα δεν τον ξανακούει πια κανείς», μονολογεί ο πατέρας με τους στίχους του Μάκβεθ.

Ο πατέρας–Πρόσπερο, που σέρνει το αμήχανο βήμα του, μέρα με τη μέρα, στο μπεζ καφετί διαμέρισμα μιας μικροαστικής πολυκατοικίας «μέχρι να διαβαστεί και η τελευταία λέξη στο βιβλίο του Χρόνου». Θα συνθλιβεί υπό το βάρος όσων έκανε ή όσων θέλησε, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει; Ο Πρόσπερος–πατέρας, «παντοτινό σύμβολο των αντιφρονούντων» κατά τον Κορσουνόβας, τιθασεύει την εξωτερική τρικυμία αλλά ναυαγεί από την εσωτερική. Η κόρη–Μιράντα απελευθερώνεται, σηκώνεται από την καθήλωση, χορεύει τον θάνατο του κύκνου. Και οι δύο σπάνε το κέλυφος της αιχμαλωσίας, μεταμορφώνονται, μεταμορφώνοντας και την πραγματικότητα. Γίνονται οι ηγεμόνες της ζωής τους, θηρία και άνθρωποι μαζί.