ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο χαμηλότονος μικρόκοσμος του Μορέτι

Μεγάλωσε ο Νάνι Μορέτι. Δεν τον βαραίνουν τα 62 έτη του τόσο, όσο ο κόσμος γύρω του, μια διαρκής υπόμνηση των μεγάλων χαμένων μαχών, και ο κόσμος μέσα του, γεμάτος λογαριασμούς απλήρωτους ή αποθηκευμένους.

Ο κινηματογράφος του Ιταλού δημιουργού, ουτοπικός, αναπόφευκτα μελαγχολικός, αυτοσαρκαστικός, παρεμβατικός, στρατευμένος αλλά όχι εμμονικός, κριτικός, με πάθος αλλά όχι εμπαθής, εκφράζει με πολιτική ευαισθησία, χωρίς αδιαλλαξία, τη συνολική κοινωνική αγωνία, εστιάζοντας στον ανεξάντλητο μικρόκοσμο του καθενός μας. Ο σκηνοθέτης του «Caro diario» («Αγαπημένο μου ημερολόγιο», 1993), στην πρόσφατη ταινία του «Η μητέρα μου» στρέφεται, κατ’ αρχάς, στην οικονομική πραγματικότητα της σημερινής Ιταλίας: ένα εργοστάσιο βρίσκεται υπό κατάληψη από τους εργάτες επειδή άλλαξε η ιδιοκτησία του και κινδυνεύουν να μείνουν στον δρόμο. Ομως αυτό δεν είναι παρά το σενάριο μιας ταινίας που γυρίζει η σκηνοθέτις, κεντρική ηρωίδα. Η Μαργαρίτα, όπως ονομάζεται, διχάζεται ανάμεσα σε μια απαιτητική δουλειά και στην άρρωστη μητέρα της που βρίσκεται στο νοσοκομείο. Και τα δύο δείχνουν να έχουν συμπληρώσει τον κύκλο τους, προκαλώντας στη Μαργαρίτα βαθιές υπαρξιακές ρωγμές. Σχέσεις ατελέσφορες, τόσο με τον πρώην σύζυγό της και πατέρα της κόρης της όσο και με τον μετέπειτα σύντροφό της, ένας αδελφός (τον υποδύεται ο Νάνι Μορέτι) μάλλον «αόρατος», μια ζωή που κυλάει όλο και πιο δύσκολα, με συχνούς νυχτερινούς εφιάλτες.

Η σχέση της με τη σκηνοθεσία, τη μητέρα, την κόρη. Ολα γένους θηλυκού. Η μητέρα, κυρίαρχη φιγούρα. Καθηγήτρια φιλόλογος, δίδαξε λατινικά, τα αγάπησε, προσπαθεί να εξηγήσει τον μηχανισμό της γλώσσας στην εγγονή της. Ανάμεσα σε ορούς και μάσκες οξυγόνου, η κόρη τής κρατάει τα χέρια, ο φακός στέκεται για λίγο πάνω στη σχεδόν γκρίζα, ζαρωμένη, διάφανη επιδερμίδα. Τι μπορεί να κάνει για να την ανακουφίσει; Οχι πολλά πράγματα, είναι η αλήθεια. Σαν δύο ταξιδιώτες, σε διαφορετικούς χρόνους, μητέρα και κόρη περιπλανιούνται σιωπηλά, η κάθε μία στις σκέψεις της και στις μνήμες της.

Ο Μορέτι έχει «δανείσει» τη δική του περσόνα σε μια γυναίκα και την παρακολουθεί σε μια διαδρομή σύντομη και γι’ αυτό πυκνή. Δεν συμβαίνει τίποτα εκρηκτικό ή τραγικό στην ταινία. Και ο θάνατος, που επέρχεται μοιραία, είναι μέρος του ίδιου χαμηλότονου μικρόκοσμου. Δεν εξέχει, δεν αιφνιδιάζει, δεν βυθίζει σε «ανείπωτη θλίψη». Δεν υπάρχει κανένα κλισέ, στερεότυπο, στη «Μητέρα μου», ίσως γιατί όλα, οι περισσότεροι, τα έχουμε δει να συμβαίνουν ή βιώσει. Και ο Μορέτι προβάλλει διαρκώς την αμφιβολία, τη δυσαρμονία με το περιβάλλον, χωρίς ξεκάθαρες ιδέες του τύπου «ξέρω τι δεν πάει καλά, και θα σας δείξω».

Εχει μεγαλώσει αρκετά ώστε να τον απωθεί η δοκησισοφία. Ούτως ή άλλως, ανήκει στους σκηνοθέτες που χλεύαζαν εξαρχής τον στομφώδη διανοουμενισμό. Τα δικά του τελετουργικά είναι τόσο συνηθισμένα, σχεδόν ασήμαντα. Και όμως. Μέσα σ’ αυτόν τον κινηματογραφικό μικρόκοσμο, κινήσεων, στάσεων και στιχομυθίας, το ατομικό και το κοινωνικό εμπλέκονται στο ίδιο συνονθύλευμα αντιφάσεων, δυσφορίας, ασυνεννοησίας, δυσαρέσκειας.

Το «σπίτι» που στήνει μπροστά από την κάμερα, αυτό το πλέγμα σχέσεων δηλαδή, είναι χωρίς τοίχους, με πλημμυρισμένα πατώματα από νερό, που προκαλούν πανικό στην ηρωίδα. Δεν είναι παρά ένας εφιάλτης της, αλλά αυτά τα μουσκεμένα πέλματα, μέσα σε λιμνάζοντα νερά, που έχουν εισβάλει από το πουθενά, δηλώνουν την απόλυτη ρευστότητα. Την κόπωση, την απαισιοδοξία των καιρών, τους παλιούς βηματισμούς των ανθρώπων που δεν ταιριάζουν πια στη σημερινή εποχή.

Η τελευταία λέξη στην ταινία, αν θυμάμαι καλά, είναι «αύριο». Δεν έχει σημασία εάν αφορά ή όχι το καινούργιο. Εκφέρεται σαν τίποτα να μην είναι οριστικό ή τελεσίδικο. Κι αυτό έχει κάτι τρυφερό και αισιόδοξο.