ΑΠΟΨΕΙΣ

Η παύση, η μεθόδευση, η προφητεία

​​Μπορεί το «θέατρο να αλλάζει τη στάση των ανθρώπων»; Αν συνταχθούμε με την άποψη της μεγάλης κυρίας του ευρωπαϊκού θεάτρου, Αριάν Μνουσκίν, ναι μπορεί. Της οφείλουμε πολλά της Γαλλίδας δημιουργού. Θα ξεχώριζα το «Καραβανσαράι», την παράσταση του Θεάτρου του Ηλιου που παρακολουθήσαμε στο Ολυμπιακό Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου τον Ιούλιο του 2006, στο Φεστιβάλ Αθηνών, το πρώτο που οργάνωσε ο Γιώργος Λούκος. Κεντρική θεματική ενότητα «Ο ξένος». Η 6ωρη παράσταση μιλούσε για τα καραβάνια των ανθρώπων από χώρες με πολέμους και πείνα, από τον Λίβανο, την Ασία, την Αφρική, που με αυτοσχέδιες βάρκες προσπαθούν να προσεγγίσουν «ήρεμα λιμάνια». Για καραβάνια ταξιδιωτών «χωρίς άδεια παραμονής». Η Μνουσκίν έλεγε τότε, 10 χρόνια νωρίτερα δηλαδή, με τον τρόπο της, ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του ψύχραιμου παρατηρητή. Εκείνο το πρώτο, επί διεύθυνσης Λούκου, Φεστιβάλ ήταν και η αρχή μιας διαφορετικής, νέας, ταυτότητας για τον θεσμό, αλλά και για την πόλη και για τους θεατές του: Σαουμπίνε, Μαγκί Μαρέν, Συλβί Γκιλέμ και Ράσελ Μάλιφαντ, The Wooster Group, διευθυντές ορχήστρας όπως ο Κωνσταντίνος Καρύδης και ο Γιώργος Πέτρου, επιλεγμένες ελληνικές ομάδες. Κάποια γνωρίζαμε ήδη, κάποια παρακολουθούσαμε για πρώτη φορά. Πρωτοπορία ήταν εν τέλει η σύνθεση, το μείγμα, η σκέψη και η σχέση που είχε με το πρόγραμμα ο εμπνευστής του, ο αέρας μιας τολμηρής άποψης, οι ζυμώσεις, το ξεβόλεμα, η ώθηση σε άλλες διαδρομές, η αίσθηση και το αίσθημα της γιορτής, της συμμετοχής. Σε αυτές τις 10 συνολικά καλοκαιρινές «συναντήσεις» (2006-2015), ο κόσμος πολλαπλασιάστηκε, κάποιοι εγκατέλειψαν κουρασμένοι ή με ενστάσεις, κάποιοι άρχισαν να σνομπάρουν το Φεστιβάλ ως επαναλαμβανόμενο, οι περισσότεροι όμως έβρισκαν κάθε φορά μία έστω «στιγμή» για να τους συνεπάρει, να την αποθηκεύσουν για να πορευθούν σε περιόδους ξηρασίας.

Ο κύκλος του Γιώργου Λούκου έκλεισε προχθές με την παύση του από τον υπουργό Πολιτισμού, μια ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος (για ζημία 2.735.762,54 ευρώ στο Ελληνικό Φεστιβάλ) και δικαστική εκκρεμότητα. Ας δεχθούμε –για την οικονομία της συζήτησης– ότι η εξέλιξη δεν άφηνε περιθώριο για διαφορετική επιλογή από τον υπουργό. Αν και η πορεία έως τη δημοσιοποίηση αυτής της διαχειριστικής ανωμαλίας (από το 2008 ο Γ. Λούκος είχε παραπέμψει το θέμα στη Δικαιοσύνη, ασκώντας αγωγές κατά των υπευθύνων) έχει πολλά ποδάρια.

Θα σταθούμε στη μεθόδευση, η οποία μόνο «βαθιά εκτίμηση για το έργο και την προσφορά» του διευθυντή του Φεστιβάλ (όπως έγραφε η ανακοίνωση του ΥΠΠΟ) δεν δήλωνε. Αφοπλιστικά υποκριτική η διαδικασία. Τη στιγμή που έξι καλλιτέχνες (N.Καραθάνος, Ολ. Λαζαρίδου, Μ. Λυμπεροπούλου, Λ. Λαζόπουλος, Μιχ. Μαρμαρινός, Δ. Παπαϊωάννου) συζητούσαν με τον υπουργό Αρ. Μπαλτά την εξεύρεση λύσης για τη σωτηρία του θεσμού πρωτίστως και την όσο το δυνατόν ομαλότερη διαδοχή ώστε να μην τιναχτεί στον αέρα η παρακαταθήκη μιας δεκαετίας, το ΥΠΠΟ ανακοίνωνε ήδη την παύση, προλαβαίνοντας οποιαδήποτε επόμενη κίνηση. «Αδειαζε» τους πάντες με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο. Συζητείται μάλιστα εντόνως ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, σε συνομιλία του με τον κ. Λούκο, είχε εκφράσει εμμέσως την υποστήριξή του.

Εχει δίκιο η Μνουσκίν ότι το «θέατρο αλλάζει τη στάση των ανθρώπων». Στο «κακό θέατρο», μάλιστα, ο αντίκτυπος είναι απροσδόκητα πολλαπλάσιος και σε βάθος χρόνου. Γιατί εγγράφεται στη μνήμη του κοινού, υποθηκεύει την αξιοπιστία του «θιάσου», απογοητεύει, εξοργίζει, πτωχεύει. Τα 2 εκατομμύρια θεατές του Φεστιβάλ (συνολικά μέσα στη 10ετία) είναι και ψηφοφόροι. Και ίσως αυτό είναι ένα ακόμη κομβικό σημείο, στο οποίο διασταυρώνεται η τέχνη με την πολιτική.