ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποχαιρετισμοί κι απολογισμοί

Αυτή η Πρωτοχρονιά μάς έστρεψε πράγματι σε απολογισμούς, σε καταμετρήσεις, ανέσυρε σκέψεις, πράξεις και σκέψεις του παρελθόντος. Κι όχι γιατί έτσι είθισται κάθε Πρωτοχρονιά. Ενας οριστικός αποχαιρετισμός ήταν η αφορμή. Μια οριστική αναχώρηση, κατά σατανική σύμπτωση, ανήμερα την Πρωτοχρονιά, που αναμόχλευσε σε πολλούς και πολλές διαφορετικές αναδρομές και διαφορετικές αποτιμήσεις.

Ανήμερα την Πρωτοχρονιά έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, πλήρης εμπειριών και πλήρης έργων, ο επί 40 χρόνια επιμελητής και διορθωτής κειμένων Στέφανος Στεφάνου. Οι άνθρωποι του βιβλίου και οι άνθρωποι των εφημερίδων τον γνώριζαν πολύ καλά. Ενα σωρό κείμενα πέρασαν από τα χέρια του και τα μάτια του· μύρισε το αντιμόνιο των παλιών τυπογραφείων· υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοτική· μετείχε, συμμετείχε, αναζητούσε διαρκώς· αγάπησε με πάθος τη ζωή, τους ανθρώπους και ό,τι προερχόταν από τα χέρια και τη σκέψη των ανθρώπων· παθιάστηκε με την επικοινωνία, με τον γραπτό λόγο, με τον ορθό λόγο. Και αγάπησε –με όλη τη σημασία της λέξης ανιδιοτέλεια– τα όνειρα και τις ιδέες της Αριστεράς, σε χρόνια που η επιλογή τού να είναι κανείς αριστερός εμπεριείχε κόστος και ρίσκο, και μέχρι το τέλος της 90χρονης ζωής του έζησε όλες τις περιπετειώδεις διαδρομές της, διατηρώντας το μεγαλύτερο διάστημα μετά τη μεταπολίτευση την ιδιότητα του ανένταχτου.

Είχα την τύχη ν’ ακούσω τις πολλές και διαφορετικές αφηγήσεις και διηγήσεις του, εδώ και 30 τόσα χρόνια που γνωριστήκαμε. Μας συνέδεσε η κόρη του, η πιο παλιά μου φίλη, η Κατερίνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μας συνέδεσαν, τότε, κοινά όνειρα, κοινοί φίλοι, κοινές αγωνίες. Σε όλες τις αφηγήσεις του κυριαρχούσε πάντα η έννοια των πολλών, η συλλογικότητα, ποτέ το «εγώ». Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις έμαθα πολλά για κρίσιμες φάσεις της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, για πολλούς ιστορικούς πρωταγωνιστές της Αριστεράς. Είχα όμως και την ευκαιρία να δοκιμάσω το περίφημο «μπάμπω», τη σουφλιώτικη σπεσιαλιτέ που έφτιαχνε ο Στέφανος Στεφάνου, να τον απολαύσω στο γλέντι και στην παρέα στο πάντα ανοιχτό σπίτι του, να τον ρωτήσω απορίες στις πρώτες μου απόπειρες ως διορθώτριας ή ως επίδοξης κηπουρού. Είχαν όλα την ίδια σημασία για τον Στέφανο Στεφάνου, αφοσιωνόταν και παθιαζόταν με όλα, με την ίδια ένταση, αφού όλα ήταν έργα των ανθρώπων, μέρος της ζωής και της ταυτότητας των ανθρώπων αυτού του τόπου. Κυρίως όμως τον γοήτευε ό,τι έφερνε τους ανθρώπους σ’ επαφή, ό,τι τους αντάμωνε, τους έδινε αφορμή για συζήτηση.

Χθες το μεσημέρι, στην κηδεία του Στέφανου Στεφάνου συναντήθηκαν πολλοί από πολλές «γειτονιές». Μαζί και όλες οι γενιές και όλες οι τάσεις των σημερινών εκφράσεων και σχημάτων της Αριστεράς. Συναντήθηκαν απλώς. Δεν συζήτησαν, δεν ανταμώθηκαν επί της ουσίας. Κι αυτό ήταν μια ρεαλιστική όσο και πικρή διαπίστωση, με αφορμή έναν αποχαιρετισμό.