ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημόσια Σχολή Τερματοφυλάκων

Στα χρόνια που οι νυν «και βάλε» μεσήλικοι φορούσαν κοντά παντελόνια –σαν χθες δηλαδή–, οι ποδοσφαιρικοί αγώνες κατηγορίας γειτονιάς στήνονταν σε οικόπεδα, χωρίς την άδεια των πέριξ ενοίκων, γι’ αυτό και οι διακοπές στη ροή του παιχνιδιού μετά κραυγών ήταν συχνές. Αρχηγοί των ομάδων συνήθως δεν ήσαν οι πιο ταλαντούχοι αλλά οι ολίγον μεγαλύτεροι, οι μεγαλόσωμοι ή οι τσαμπουκάδες. Αυτοί επέλεγαν τους συμπαίκτες, ενώ η άνηβη φιλοσοφία των αντιπάλων ήταν μία: φουλ επίθεση. Φυσικά και υπήρχαν μαύρα πρόβατα, όπως διαχρονικά παντού και πάντα, αποδέκτες πρόδρομης μορφής ρατσισμού θα λέγαμε σήμερα. Παιδιά ατάλαντα, αργοκίνητα, «μυξιάρικα», στοχευμένα, ήξεραν τη μοίρα τους, και στωικά την αποδέχονταν για τη χαρά της συμμετοχής. Οι εξοστρακισμένοι γίνονταν τερματοφύλακες, κάθονταν κάτω από τα νοερά δοκάρια και από φιλότιμο κι ενοχές μάτωναν πριν από όλους. Κάποια από αυτά τα παιδιά, αργότερα, τονώθηκαν από νοσταλγία και δικαίωση, μαθαίνοντας τι είπε πομπωδώς ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ναι, ο συγγραφέας της «Λολίτας», χωρίς να ξέρουμε εάν κουβαλούσε κι αυτός ανάλογα τραύματα: «Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος μυστήριο, ο τελευταίος υπερασπιστής». Τερματοφύλακας πολλά υποσχόμενος υπήρξε στα νιάτα του στο Αλγέρι ο Αλμπέρ Καμί που διεύρυνε επαναστατικά τα σύνορα του γηπέδου. Προφανώς ειρωνευόμενος άκαμπτους διανοητές, σαρκάζοντας δαιδαλώδεις κοσμοθεωρίες, αυτοσυστήθηκε και στον τελευταίο αδαή: «Ολα όσα γνωρίζω περί ηθικής και πειθαρχίας τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο».

Ιδού οι αγωνιστικοί χώροι, με χλοοτάπητες ή τα «ξερά», εξέδρες σφύζουσες ή μισοάδειες ως καμβάς απογύμνωσης ανθρώπινων χαρακτήρων, ένα έργο εξαγώγιμο στην κοινωνία – αυτό να εννοούσε; Οσες ενέσεις ομαδικότητας κι αν έχουν δεχθεί οι παιχταράδες, οι ανίατες βεντέτες, όσο και αν υποκριθούν οι εφ’ όρου ζωής δέσμιοι του ομφάλιου λώρου της εγωπάθειας, πότε αποθεώνονται, πότε γιουχάρονται, μα οχυρώνονται πίσω από το άλλοθι της συλλογικής ευθύνης. Αντιθέτως, ο παντεπόπτης των δρωμένων τερματοφύλακας, ο ύστατος, υπό το βλέμμα του αρχαγγέλου της κάστας τους Λεβ Γιασίν, ακροβατεί στη λεπτή λευκή γραμμή. Βαπτίζεται αίλουρος ή τροχονόμος, Θεός ή Ιούδας, «φάντομ» ή άγαλμα ανά πάσα στιγμή· ο τερματοφύλακας –ένας βλαξ κάτω από τα γκολπόστ δεν έχει καμία τύχη σε αυτό το καθήκον– αναλαμβάνει (απολαμβάνει;) την ευθύνη της μοναξιάς, κουβαλώντας στην πλάτη το φορτίο της φανέλας με το –αυτονόητο πάλαι ποτέ– νούμερο «1».

Το πρότυπο; Ψύχραιμος, με ταχύτητα αστραπής, διορατικός, σοβαρός, ενίοτε φωνακλάς, εγγυητής των μετόπισθεν. Το είχε πει ο Γιάννης Διακογιάννης: μια μεγάλη ομάδα ξεκινά από έναν μεγάλο τερματοφύλακα, κι αυτό βεβαίως ισχύει για κάθε οργανωμένο σύνολο ανθρώπων και εκτός γηπέδων. Για έναν φύσει επιθετικό, πληθωρικό, χασογκόλη και φιγουρατζή λαό όπως εμείς, η ίδρυση Δημόσιας Σχολής Τερματοφυλάκων θα είναι επένδυση στο μέλλον.