ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εποχή του Χάρρυ Κλυνν παρήλθε

Δ​​​​εν υπάρχουν δύο Νέες Δημοκρατίες, μία είναι η Νέα Δημοκρατία», υποστηρίζει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και τον καταλαβαίνω – αυτή είναι η ορθόδοξη στάση έναντι του ζητήματος, η στάση τού «πίστευε και μη ερεύνα». Νομίζω όμως ότι η πρόσφατη πείρα διαψεύδει τους ευσεβείς πόθους του. Το ζήσαμε έντονα καθ’ όλη τη διάρκεια της κυβέρνησης Σαμαρά –της κυβέρνησης των πεντέμισι υπουργών– με τη διελκυστίνδα μεταρρυθμιστών και λαϊκιστών, που διεξαγόταν κυρίως στο παρασκήνιο. Το ζήσαμε –σε πολύ μικρότερη ένταση, είναι αλήθεια– και στη μακρά προεκλογική περίοδο που προηγήθηκε της σημερινής ψηφοφορίας, με την έκδηλη δυσανεξία προς το μνημόνιο της υποψηφιότητας Μεϊμαράκη.

Επειτα από έξι χρόνια άκαρπων προσπαθειών για επιστροφή στις αγορές, καταλαβαίνω ότι η απροθυμία να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα έχει αναδειχθεί πια σε κύριο στοιχείο της εθνικής μας ιδιαιτερότητας: είμαστε οι τελευταίοι, οι απροσάρμοστοι της Ευρωζώνης και, όπως φαίνεται, μάλλον γουστάρουμε. Επομένως, είναι φυσικό το πρόβλημα να χαρακτηρίζει και τη Ν.Δ.

Ας μην αυταπατώμεθα, το θέμα ηγεσίας στη Ν.Δ., η επιλογή δηλαδή μεταξύ Μεϊμαράκη και Μητσοτάκη, δεν είναι ζήτημα ούτε ηλικιακό ούτε αμιγώς πολιτισμικό. Για να είμαι ακριβής, εν μέρει μόνον, είναι και πολιτισμικό. Διότι, στην κατάσταση που βρισκόμαστε ως χώρα, είναι απαραίτητο για τον αρχηγό της αντιπολίτευσης, και, ενδεχομένως, αυριανό πρωθυπουργό, να μπορεί να συνεννοείται απευθείας με τους εταίρους. Οσο ωραίο ή μεστό νοήματος και αν είναι το βλέμμα του επόμενου αρχηγού, δεν αρκεί από μόνο του για να αποκτήσει προσωπικό δίαυλο επικοινωνίας με τους Ευρωπαίους. Εκτός από βαριά βλέφαρα, χρειάζεται να μιλάει και τα «ξένα». Η εποχή του Χάρρυ Κλυνν («τώρα μιλάνε τα μάτια») παρήλθε, ξέρετε.

Πρωτίστως, όμως, το ζήτημα που κρίνεται με τη σημερινή εκλογή είναι πολιτικό. Στη Ν.Δ. σήμερα είναι διακριτές δύο σαφείς τάσεις. Η πρώτη διακατέχεται από μια απροσδιόριστη νοσταλγία για τον χαμένο παράδεισο του κρατισμού – δηλαδή, για τον παράδεισο του παπανδρεϊκού σοσιαλισμού, για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Πρόκειται για τη Ν.Δ. που μεταλλάχθηκε στη διάρκεια των χρόνων της παντοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ.

Η δεύτερη τάση χαρακτηρίζεται από την επιθυμία προσαρμογής του κράτους και της οικονομίας μας στα ισχύοντα ευρωπαϊκά πρότυπα. Είναι βαθύτατα κωμικό ότι η πρώτη τάση κρύβεται συνήθως πίσω από την επίκληση της ιδεολογίας του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», επειδή ο συγκεκριμένος προσδιορισμός θεωρείται καθαγιασμένος από τον ιδρυτή του κόμματος. Είναι όμως και ανόητο εκ μέρους τους, διότι δείχνει ότι όσοι χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους είτε αγνοούν το νόημά τους είτε παραπλανούν σκοπίμως το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Οι αληθινοί κληρονόμοι, όμως, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι γνήσιοι εκφραστές του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, είναι εκείνοι για τους οποίους σήμερα προέχουν οι μεταρρυθμίσεις, ώστε να απελευθερωθεί, επιτέλους, η δημιουργικότητα και η παραγωγικότητα των Ελλήνων από τα δεσμά του μεγάλου κράτους. Οι κληρονόμοι του Καραμανλή (μιλούμε πάντα για τον κανονικό, εννοείται…) είναι όσοι προτάσσουν σήμερα την ανάγκη της προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αυτοί αγωνίζονται να συντηρήσουν τις παρακαταθήκες του έργου του και όχι οι άλλοι.

Αν ψήφιζα στη σημερινή εκλογή, η ψήφος μου θα πήγαινε ανεπιφύλακτα υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οχι μόνον επειδή εκπροσωπεί την πολιτική ανανέωση, αλλά και για τον εξίσου σοβαρό λόγο ότι έχει αποδείξει με πράξεις την αξία που δίνει στην ενότητα της Ν.Δ. Φυσικά, δεν παύει να είναι ο γιος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη· όμως η αναδρομή της έως τώρα πορείας του δείχνει ότι έχει καταφέρει να χαράξει τον δικό του δρόμο. Θυμίζω, απλώς, ότι ουδέποτε υπήρξε, λ.χ., «Ντοράκι» και όσοι τυχόν το αμφισβητούν ας ανακαλέσουν στη μνήμη την αντίδραση της αδελφής του όταν εκείνος ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του.

Αν εκλεγεί, δεν περιμένω να συμβούν θαύματα από τη μία μέρα στην άλλη. Αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολη θα είναι η προσπάθεια προσαρμογής του κόμματος στις ανάγκες του σήμερα, πολύ περισσότερο δε όταν αυτό το έργο θα πρέπει να προχωρήσει χωρίς κλυδωνισμούς εις βάρος της ενότητας. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι ο Μητσοτάκης θα αγωνιστεί υπέρ της ανανέωσης, οργανωτικής και πολιτικής, με το ίδιο σθένος που αγωνίστηκε ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και μάλιστα υπό πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά (τον «Αντίχριστο», για την οικογένεια Μητσοτάκη). Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι και σύγχρονος και εκφραστής της ανανέωσης και νεοδημοκράτης. Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης είναι μόνον νεοδημοκράτης ή, για να το πω με τη γλώσσα της εποχής του Χάρρυ Κλυνν, είναι «βασικά νεοδημοκράτης». Δεν φτάνει αυτό.

Ξέρουμε τι χρειάζεται η χώρα και ποιες είναι οι πολιτικές με τις οποίες ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί. Η στασιμότητα, η ανακύκλωση των αντιφάσεων και οι κενές ρητορείες συμβάλλουν στο κέφι, αλλά δεν είναι λύση. Το αποτέλεσμα της σημερινής εκλογής θα δείξει αν η Ν.Δ. έχει μέλλον ή αν και αυτή, τελικά, θα έχει τη μοίρα του ΠΑΣΟΚ.