ΑΠΟΨΕΙΣ

Πατριωτικά μέτωπα κατά της Ευρώπης

Δ​​εν περνάει εβδομάδα πλέον που κάποιος δεξιός πολιτικός στην Ευρώπη να μη χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για να επιτεθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Από τη Γαλλίδα Μαρίν Λεπέν, η οποία πριν από ένα χρόνο χαιρέτισε την άνοδο του συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως αντιευρωπαϊκή δύναμη, έως τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν, που θεωρεί εαυτόν φρουρό των ευρωπαϊκών συνόρων, «αποκλείοντας» την Ελλάδα από τον κορμό της ηπείρου, από τη συμφωνία της Σένγκεν και, συνεπώς, κάποια στιγμή και από την Ενωση. Η χώρα μας έχει υποστεί επιθέσεις επίσης από τον Τσέχο πρόεδρο και από τον Σλοβάκο πρωθυπουργό. Πώς γίνεται και πολιτικοί χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες εντάχθηκαν μόλις πριν από 12 χρόνια στην Ε.Ε., να μπορούν να συμπεριφέρονται ως τιμητές των άλλων, προσβάλλοντας εταίρους κι επιχειρώντας να επιβάλουν τις ιδέες τους;

Η άμεση απάντηση είναι ότι το κέντρο βάρους της Ε.Ε. είναι κλονισμένο. Δεν υπάρχει όραμα που να εμπνέει τις χώρες-μέλη να συμμετέχουν όλες σε μια κοινή προσπάθεια, ενώ οι μηχανισμοί της Ε.Ε. δεν έχουν την αξιοπιστία ούτε να καθοδηγούν τις χώρες-μέλη, αλλά ούτε να τις κρατούν στην τάξη με τον φόβο της επιβολής πειθαρχικών μέτρων. Η Ενωση, με άλλα λόγια, ούτε πείθει ούτε επιβάλλει, απλώς προσπαθεί να διαχειριστεί τις φυγόκεντρες δυνάμεις που ελευθερώθηκαν τα τελευταία χρόνια μέσα σε κάθε χώρα αλλά και στο σύνολο της Ε.Ε. Η ελληνική κρίση χρέους (με τον διχασμό που προκάλεσε μεταξύ εταίρων) και η επαναφορά εσωτερικών συνόρων μεταξύ χωρών-μελών είναι οι πιο ορατές εκφάνσεις αυτής της οπισθοδρόμησης.

Τον τελευταίο καιρό, αναπτύσσεται ένα κύμα αντίστασης στους κανόνες της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» που εκφράζεται από την Ε.Ε. και που αποτελεί το θεμέλιο της ένωσης. Πρώτα η Ουγγαρία του Ορμπαν, τώρα η Πολωνία με τη νέα κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δίκαιο, προκαλούν την αντίδραση των εταίρων τους με την ολοένα πιο αυταρχική συμπεριφορά τους. Και επιμένουν ότι αυτό είναι δικαίωμά τους. Την Παρασκευή, ο Ορμπαν δήλωσε πως εάν η Κομισιόν (στη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου) διανοηθεί να επιβάλει κυρώσεις εναντίον της Πολωνίας για νόμους που υπονομεύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και του Τύπου, η χώρα του δεν θα συναινέσει.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η στοχοποίηση της Ελλάδας από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιθέτως με τις προτιμήσεις της κυρίας Λεπέν, και παρά τα αναθέματα του κ. Τσίπρα εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού», είναι κομμάτι της φιλελεύθερης δημοκρατίας που τόσο απεχθάνονται οι Ορμπαν, Κατσίνσκι και άλλοι που έχουν ως πρότυπα τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο κορμός της ελληνικής κυβέρνησης είναι ένα αριστερό κόμμα, ενώ χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβακία και οι Βαλτικές είναι το αντίθετο – ενώ στην Ελλάδα πολλοί αναπολούν τον υπαρκτό σοσιαλισμό και θέλουν να τον αναστήσουν εδώ, οι νέοι εταίροι θέλουν να απομακρυνθούν από αυτό το παρελθόν. Ως εξαρτημένη από τους εταίρους και δανειστές που τη στήριξαν, η Ελλάδα προκαλεί την οργή χωρών που δεινοπάθησαν για να πετύχουν την είσοδό τους στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη, και που βλέπουν τη χώρα μας ως κακομαθημένο παιδί. Η προσφυγική κρίση έδωσε περαιτέρω ώθηση σε αυτή την επιθετικότητα. Αρνούμενες να αναλάβουν το ανάλογο κόστος της φιλοξενίας προσφύγων, μη φοβούμενες οποιεσδήποτε κυρώσεις και χτυπώντας την Ελλάδα ως αδύναμο κρίκο της Ε.Ε., χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ μπορούν να πετύχουν τρεις στόχους: να δικαιολογούν τις δικές τους αντιρρήσεις στην πολιτική της Ε.Ε., να υπονομεύουν το όλο εγχείρημα των ανοικτών συνόρων (που ποτέ δεν άρεσε σε εθνικιστές) και να κερδίζουν πόντους στο εσωτερικό για τον γενναίο πατριωτισμό τους.

Αυτή την τελευταία επιδίωξη τη γνωρίζουμε καλά στην Ελλάδα. Είναι, εξάλλου, ο λόγος ύπαρξης του κυβερνητικού εταίρου του ΣΥΡΙΖΑ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Π. Καμμένου. Εδώ βλέπουμε ένα από τα παράδοξα της ελληνικής υπόθεσης, το οποίο δείχνει και το εύρος της ασυνεννοησίας στην Ε.Ε. Ενώ η Ελλάδα βασίζεται στη βοήθεια των εταίρων της, αυτό γέννησε ισχυρό ρεύμα αντιευρωπαϊκό το οποίο έφερε στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ· την ίδια ώρα, η στήριξη αυτή ενίσχυσε τον ευρωσκεπτικισμό πολιτικών δυνάμεων σε άλλες χώρες, οι οποίες θεωρούσαν ότι η στήριξη στη χώρα μας γινόταν εις βάρος τους.

Τουλάχιστον, σήμερα εμείς γνωρίζουμε ότι χωρίς τη βοήθεια των εταίρων μας δεν θα μπορούσαμε να ορθοποδήσουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι όσο η Ευρώπη δεν θεσπίζει ισχυρούς μηχανισμούς στην οικονομία, στην κοινωνική ασφάλιση και στη διαφύλαξη των συνόρων, αλλά, αντιθέτως, μοιάζει να μην πιστεύει ακλόνητα στην προσπάθεια ενοποίησης, τόσο θα ενθαρρύνονται κάθε είδους πατριδοκάπηλοι να επιτίθενται άφοβα στην Ενωση για το στενό προσωπικό τους όφελος και μόνο.