ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αύξηση των εισφορών

Η λογική είναι απλή και, στην ελληνική περίπτωση τουλάχιστον, δοκιμασμένη. Οι ειδικοί, ειδήμονες, φωστήρες απλώνουν το «πάπλωμα», δηλαδή θέτουν τις παραμέτρους για την επερχόμενη μεταρρύθμιση. Στην καλύτερη περίπτωση, τίθεται ένας στόχος (ο στόχος δεν τίθεται καν εσωτερικά, «εισάγεται» από το εξωτερικό): βραχυπρόθεσμα η εξοικονόμηση ποσοστού τόσο τοις εκατό επί του ΑΕΠ, μακροπρόθεσμα η βιωσιμότητα του συστήματος. Εδώ αρχίζει και τελειώνει κάθε επίφαση συγκροτημένου σχεδίου, καθώς ξεκινά το ράβε-ξήλωνε. Την ώρα που «κλείνει» μία τρύπα, γίνονται ορατές, διά γυμνού οφθαλμού, οι ραφές σε άλλο σημείο του παπλώματος, έτοιμες να σκάσουν. Το θέμα είναι να μη σκάσουν στη βάρδιά μας, να προλάβουμε να πατήσουμε ένα δύο γαζιά και έχει ο Θεός. Αλλωστε, «η προστασία των πιο ευάλωτων» προβάλλει ως το αδιαμφισβήτητο κριτήριο που αντισταθμίζει την προχειρότητα και ενίοτε την ανικανότητα. Συμπτωματικά, λειτουργεί και ως βολική ασπίδα απέναντι σε κάθε προσπάθεια σοβαρής κριτικής ή διαφωνίας με την ασκούμενη πολιτική.

Δυστυχώς, κανένας φορέας πολιτικής δεν έχει μπει στον κόπο να ορίσει ποιοι είναι αυτοί οι «ευάλωτοι» ούτε πώς αυτοί προστατεύονται από μπαλώματα, δηλαδή ημίμετρα. Η Ελλάδα καταποντίζεται συστηματικά σε μια σειρά από κοινωνικούς δείκτες, σε μια σειρά από εκθέσεις και έρευνες. Οι πολιτικοί ωστόσο αδυνατούν να συνδέσουν τις τύχες των ευάλωτων με την ανάπτυξη, την τόνωση της απασχόλησης και τη βελτίωση της αγοράς εργασίας. Το σχέδιο για αύξηση των εργοδοτικών εισφορών και των εισφορών των εργαζομένων ως αντιπρόταση στη μείωση των επικουρικών συντάξεων ευνοεί τους σημερινούς συνταξιούχους και τους κερδισμένους του συστήματος (ακόμα και αν συμπεριληφθούν οι διαδοχικές μειώσεις), τιμωρώντας όσους έχουν ακόμα εργασία και θα συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον. Στο αδιαόρατο αυτό μέλλον, είναι σχεδόν σίγουρο ότι κανένας από τους κοινωνικούς φορείς που συναινούν σήμερα δεν θα είναι σε θέση να υπολογίσει πόσο το τωρινό «μπάλωμα», το οποίο βαπτίζεται «μικρό» και «προσωρινό», θα μειώσει τον καθαρό μισθό, θα αυξήσει το συνολικό εργατικό κόστος και θα διογκώσει τη «μαύρη» εργασία και την ανεργία. Ακόμη και αν δεχτεί κανείς ότι η λογική της «παπλωματούς» κολλάει όποιον έρχεται σε στενή επαφή μαζί της, είναι προφανές ότι με τέτοια «μέτρα», και οι ευάλωτοι θα πολλαπλασιαστούν και οι εισπρακτικοί στόχοι δεν θα επιτευχθούν.

Αντί για νοικοκυρεμένο και κοινωνικά δίκαιο συμμάζεμα –σε μια οικονομία που βρίσκεται εκτός αγορών, με ποσοστό ανεργίας που ανέρχεται στο 24,5% (48,6% για τους νέους)– προκρίνεται ο τσαπατσούλικος, αν όχι εκδικητικός, αναδιανεμητισμός. Οι αυξημένες επιβαρύνσεις επί των «εχόντων», δηλαδή των μικρομεσαίων, των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα και των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών, καταργούν στην πράξη κάθε κίνητρο για προσωπική οικονομική ανέλιξη, ενώ δημιουργούν σοβαρά κίνητρα για φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Εάν δε η μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος αποτελεί όντως στόχο, είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η επερχόμενη «μεταρρύθμιση» μοιάζει να έχει αποσυνδεθεί από το επιδεινούμενο δημογραφικό πρόβλημα. Πώς γίνεται όμως να απουσιάζουν οι προβλέψεις για τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού; Ισως γιατί είναι δύσκολα διαχειρίσιμες ούτως ή άλλως, πόσο μάλλον σε μια χώρα που βιώνει ήδη απαγορευτικά ποσοστά ανεργίας και ένα συνεχές κύμα μετανάστευσης του ποιοτικού ανθρώπινού της δυναμικού.

Θα ενδώσουν και οι θεσμοί στη λογική της «παπλωματούς»; Η άσκηση ολοένα και μεγαλύτερης πίεσης εύκολα ερμηνεύεται ως ανάμειξη στις εσωτερικές δημοκρατικές διαδικασίες, ενώ έχει αποδειχθεί πολλάκις ότι δεν αποδίδει. Είναι σαφώς ευκολότερο να συναινέσουν και αυτοί, να δεχτούν ότι «έτσι, με τα προτεινόμενα ισοδύναμα, «βγαίνει» το πρόγραμμα». Το homework που πρέπει να κάνουν, και αυτοί, δεν είναι εύκολο. Γνωρίζουν ωστόσο πολύ καλά ότι η επιφανειακή τήρηση βραχυπρόθεσμων στόχων όχι μόνο μακράν απέχει από την τόνωση της ανάπτυξης και της απασχόλησης, βασικές προϋποθέσεις για την προστασία όλων και, φυσικά, των πιο ευάλωτων.

* Η Ελένη Παναγιωταρέα είναι Research Fellow του ΕΛΙΑΜΕΠ και συγγραφέας του «Greece in the Euro: Economic Delinquency or System Failure? ».