ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κυριάκος, η Eldorado, Ελληνες και επιχειρείν

Κάποια στιγμή στο όχι τόσο μακρινό μέλλον, ίσως να κοιτάμε πίσω στη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου του 2016 και να μιλάμε για τη «μεγάλη στροφή» στον τρόπο που βλέπει η ελληνική κοινωνία τη λειτουργία της οικονομίας. Να αποδειχθεί η χρονική σύμπτωση της ανάδειξης του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Eldorado Gold, η στιγμή που οι Ελληνες πέρασαν, επιτέλους, από την εχθρότητα προς την επιχειρηματικότητα στην αναγνώριση και την υποστήριξή της.

Οταν ο «κακός» φιλελεύθερος Κυριάκος κερδίζει στις εσωκομματικές εκλογές με την ψήφο ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και συντάσσεται με τους εργαζομένους στην υποστήριξη μιας μεγάλης ιδιωτικής επένδυσης, και ταυτόχρονα είναι σαφές ότι η ευρύτερη κοινωνία βλέπει θετικά τον επενδυτή, κάτι αλλάζει.

Αργήσαμε λίγο. Είμαστε από τους ελάχιστους λαούς –σίγουρα ο μόνος στη Δύση– που έχουμε στο DNA μας έναν ενστικτώδη αρνητισμό έναντι της επιχειρηματικής δραστηριότητας και του κέρδους. Κάποιοι έχουν αναγάγει την προστασία των αδυνάμων και την αναδιανομή του εισοδήματος σε κορυφαία προτεραιότητα, αλλά στην πορεία αγνοούν μια βασική προϋπόθεση: για να προστατέψεις τους αδύναμους, να δημιουργήσεις κοινωνικό δίχτυ προστασίας και να αναδιανείμεις χρήματα, πρέπει πρώτα να υπάρξουν τα πρόσωπα, οι ιδέες και τα κεφάλαια, τα οποία θα δημιουργήσουν την παραγωγική δραστηριότητα που θα αποφέρει αυτά τα χρήματα. Ολες οι σύγχρονες Δημοκρατίες λειτουργούν στη βάση αυτού του αξιώματος, στην αποδοχή του οποίου προσχωρούν σταδιακά και οι επαναστάτες που τις απέρριπταν σε χώρες όπως η Κούβα.

Αφού κατανοήσουμε την αυτονόητη αυτή αρχή και παράλληλα αποδεχθούμε ότι η κινητήρια δύναμη μιας οικονομίας δεν μπορεί παρά να είναι οι ιδιώτες καινοτόμοι που ρισκάρουν –όχι, φυσικά, οι κρατικοδίαιτοι προνομιακοί συνομιλητές των εκάστοτε κυβερνήσεων–, τότε θα αρχίσουμε να βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα.

Αφού ξεπεράσουμε την παιδική άγνοια και κάποιες εφηβικές φοβίες, αφού ενηλικιωθούμε και δεχθούμε, όχι διστακτικά, αλλά με ενθουσιασμό, τα οφέλη της ελεύθερης οικονομίας, τότε μπορεί τα πράγματα να αλλάξουν. Μπορεί οι ικανοί να μείνουν, οι επενδυτές να έρθουν, οι επιχειρηματίες να προσλάβουν, οι εργαζόμενοι να βγάλουν χρήματα. Και τότε το κράτος θα έχει έσοδα, από φόρους και εισφορές, για να βοηθήσει εκεί που πρέπει.

Και, επιτέλους, να τελειώσουν οι κορώνες περί «προοδευτικών» και «συντηρητικών» που είναι αποπροσανατολιστικές, και στην περίπτωση της Ελλάδας, προκλητικές. Αλήθεια, είναι προοδευτικός αυτός που θέλει να μένουν τα πράγματα ως έχουν και να διορίζονται στο Δημόσιο οι «ημέτεροι» –συγγενείς, φίλοι και απλοί ψηφοφόροι– και είναι συντηρητικός αυτός που αγωνιά, γεννά ιδέες, τολμά και δημιουργεί θέσεις εργασίας;

Ο Γιάννης Μπουτάρης, που δεν είναι κάποιος υπερσυντηρητικός χωρίς κοινωνική ευαισθησία, υπογράμμισε ότι η ελληνική κοινωνία και οι εκάστοτε κυβερνώντες πρέπει να πάψουν να είναι εχθρικοί προς την επιχειρηματικότητα. Αφού τόνισε ότι η αντιμετώπιση της Eldorado Gold είναι δείγμα εχθρικότητας της γραφειοκρατίας του Δημοσίου προς τους επενδυτές, επισήμανε το αυτονόητο: ότι «στόχος όλων αυτή την περίοδο θα πρέπει να είναι η διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας».

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες «σκουριασμένες» αντιλήψεις. Χρειάζεται ιδιωτικές επενδύσεις. Χρειάζεται ικανούς επιχειρηματίες, μικρούς και μεγάλους. Οχι κρατικοδίαιτους ή διεφθαρμένους, αλλά διορατικούς και καινοτόμους.

Αφού αλλάξουμε ως λαός και αγκαλιάσουμε την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, θα μπορέσουμε ως σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα να έχουμε τη δική μας γόνιμη συζήτηση και εύλογη αντιπαράθεση, ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία.