ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αλλαγή στην προσδοκία

Αν ξεφυλλίσει κάποιος τις εφημερίδες του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου του 2015, δύσκολα θα πιστέψει ότι ένας μόνο χρόνος έχει περάσει από την πολιτική αλλαγή και την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κλίμα ευφορίας από την κυβέρνηση και τους υποστηρικτές της τις πρώτες εκείνες εβδομάδες, οι φωτογραφίες με τον Βαρουφάκη και την Κωνσταντοπούλου και η έναρξη της «σκληρής διαπραγμάτευσης» ενισχυόταν από την αίσθηση του αντιπάλου, ότι δηλαδή ως πολέμιος αυτού του «νέου» ανήκεις αναγκαστικά σε μία μειοψηφία και ότι η «πτώση της Βαστίλλης» ζητούσε τελετές με λαϊκά πανηγύρια και κυνήγι μαγισσών.

Παρά τα τραύματα και τις ανεπούλωτες πληγές που έχει αφήσει έκτοτε αυτή η διακυβέρνηση, η γενική συζήτηση σήμερα έχει ξεπεράσει τα αρχικά ερωτήματα του 2015, που έχουν από μόνα τους εκπέσει πριν μπει κανείς στον κόπο να τα απαντήσει. Πλέον, η συζήτηση είναι γύρω από τον χρόνο που μπορεί να κερδίσει αυτή η κυβέρνηση πριν πέσει και πόσα περιθώρια εμπαιγμού της κοινής γνώμης υπάρχουν ακόμη.

Το έως τώρα πλεονέκτημα της κυβέρνησης, στην πρωτοβουλία των κινήσεων στο πολιτικό σκηνικό, ακυρώθηκε από τη θεαματική ανασύνταξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση διατηρεί ακόμη υποστηρικτές, αλλά δεν έχει ρεύμα. Η Νέα Δημοκρατία γίνεται πλέον πυλώνας αλλαγής και προοπτικά μπορεί να καταστεί βασικός και κεντρικός πόλος απορρόφησης της λαϊκής δυσαρέσκειας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ρεύμα είναι υπέρ της Νέας Δημοκρατίας και αυτή η αντικειμενική συνθήκη είναι φυσικό να προκαλεί εκνευρισμό και ακρότητες εκ μέρους της συμπολίτευσης. Η ενδιαφέρουσα αλλαγή των τελευταίων ημερών, μετά την επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι ότι το πολυσυλλεκτικό, ασύντακτο, αντιφατικό και αποκαρδιωμένο αντισυριζαϊκό μέτωπο βρήκε πλέον έναν προορισμό.

Διατυπώνεται από ολοένα και περισσότερους η άποψη πως κινούμαστε προς ένα νέου τύπου δικομματισμό ή, πιο σωστά, διπολισμό. Αυτός ο πιθανός διπολισμός ίσως να μην μπορέσει ποτέ στο άμεσο μέλλον να αγγίξει τα ποσοστά του 80 και 85% του παρελθόντος, αλλά μπορεί να έχει αυξητική τάση ως τάση εξισορρόπησης της ιδεολογικής πανσπερμίας που άφησε η κρίση.

Η Νέα Δημοκρατία (όπως και το ΠΑΣΟΚ του παρελθόντος) είναι ένα μεγάλο, πολυσυλλεκτικό κόμμα με λαϊκές ρίζες και εκπροσώπηση σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες και ιεραρχίες. Για να λειτουργήσει ο νέος διπολισμός, θα πρέπει και ο άλλος πόλος (δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ) να μπορέσει να αντιτάξει παρόμοια χαρακτηριστικά λαϊκής διείσδυσης και ικανότητα συντήρησης και διεύρυνσης μιας μεγάλης δεξαμενής ψηφοφόρων. Αυτό παραμένει ένα ζητούμενο.

Για να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να διασωθεί ως πολιτικός χώρος και κομματική οντότητα (και να λειτουργήσει εν τέλει ανταγωνιστικά προς τη Ν.Δ.) θα πρέπει να ενσωματώσει τα χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας, από την οποία, όμως, τον χωρίζει μεγάλη απόσταση (πολιτική, ηθική, αισθητική). Το πιθανότερο είναι η ανάδυση ενός νέου, ισχνού στην αρχή, πόλου για την ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία από κομμάτια της Κεντροαριστεράς και όσους από τον ΣΥΡΙΖΑ προσβλέπουν σε ένα βουλευτικό μέλλον (μετά την κατάρρευση της παρούσας κυβέρνησης).

Προς το παρόν, η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού κάνει  κάθε  μέρα  πιο δύσκολη την επιβίωση της κυβέρνησης.